Η ανάγκη θεσμοθέτησης δυνατοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης για αφαίρεση αρμοδιοτήτων από το κεντρικό κράτος, όπου αυτό αποτυγχάνει, ως παράγων ανάπτυξης και απαλλαγής από τα μνημόνια.

 Άρθρο του Δικηγόρου Γιώργου Λ. Κόκκα,
Συντονιστή του «Δημοβουλίου Πολιτών»
και του Ελληνικού Κινήματος Άμεσης Δημοκρατίας

Όλοι οι Έλληνες πλέον έχουμε βιώσει στην Ελλάδα τις συνέπειες των πέντε σχεδόν ετών ανελέητων μνημονιακών μέτρων και τα κοινωνικά προβλήματα παίρνουν εφιαλτικές διαστάσεις, καθώς μεγαλώνει ο αριθμός των ανέργων και της καθολικής παρακμής σε δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις, στέλνοντας στην κόλαση της απελπισίας χιλιάδες εργαζόμενους και όλους σχεδόν τους πολίτες αυτής της χώρας.

Δυστυχώς όμως, όλες οι Κυβερνήσεις και τα πολιτικά κόμματα αυτού του τόπου αλληθωρίζουν μόνο προς το εξωτερικό για δάνεια και παροχές συντήρησης της παρούσας κολασμένης κατάστασης , που μας δίνονται όχι μόνο με το αζημίωτο για τις αγορές και τους δήθεν εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά κυριολεκτικά μας εξανδραποδίζουν και μας έχουν καταστήσει διεθνώς δακτυλοδεικτούμενο προτεκτοράτο εξευτελισμού, εξαιτίας των δυσβάστακτων μνημονιακών πολιτικών που εφαρμόζονται.

Αντίθετα οι φωνές που ευτυχώς υφίστανται στον έρημο αυτό τόπο και καλούν σε εσωστρεφή και αυτοδύναμη περιφερειακή ανάπτυξη του πάμπλουτου από τη φύση Ελληνικού χώρου δεν αφήνονται να εκφραστούν και ο δημόσιος λόγος τους δεν φτάνει στους πολίτες αυτής της χώρας, αφού το συγκεντρωτικό Ελληνικό κράτος στερεί τη δυνατότητα να ακουστούν ευρέως από τα μέσα ενημέρωσης

Σε αυτές τις ελληνικές φωνές που καταδυναστεύονται και τεχνηέντως δεν προβάλλονται για να δείχνουν ασήμαντες, ανήκουν οι δύο Οργανώσεις που εκπροσωπώ και συντονίζω τις εργασίες τους δηλαδή το «Δημοβούλιο Πολιτών» και το Ελληνικό Κίνημα Άμεσης Δημοκρατίας, που με σαφήνεια έχουν θέσει κατά καιρούς και ποικιλότροπα το ζήτημα της λειτουργίας πραγματικής Αυτοδιοίκησης στη χώρα μας και όχι κρατικής Ετεροδιοίκησης που λειτουργεί ως προτεκτοράτο της Αθηναιοκεντρικής Κυβέρνησης, όπως και αυτή δυστυχώς πλέον λειτουργεί ως προτεκτοράτο των Βρυξελλών και του Βερολίνου ! Αυτή η δυνατότητα, που περικλείει το σπέρμα μιας πραγματικά αυτόνομης πολυδιάστατης περιφερειακής ανάπτυξης όλων των πόλεων της Ελλάδας, με βάση τις ανάγκες και τις πραγματικά δημοκρατικές επιλογές της κάθε τοπικής Κοινωνίας μπορεί να επιτευχθεί πλέον και να ατενίσουμε ξανά το μέλλον της χώρας μας με αισιοδοξία, εξαιτίας ακριβώς της τραγικής κρίσης και ουσιαστικής χρεωκοπίας που έχει περιέλθει το κεντρικό Ελληνικό Κράτος.

Δηλαδή, υποστηρίζουμε ότι έφτασε επιτέλους η ώρα για να πάρει επιτέλους πραγματικά ο Ελληνικός λαός τις τύχες του στα χέρια του, ότι μπορούν οι πολίτες – χρήστες των Υπηρεσιών Υγείας να κάνουν καλύτερα τα τοπικά κρατικά Νοσοκομεία που παραπαίουν και το Εθνικό Σύστημα Υγείας ( Ε.Σ.Υ.) που χρεοκόπησε να αντικατασταθεί από ένα Περιφερειακό Σύστημα Υγείας, τα Δημόσια Σχολεία όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων να εκπονούν εκπαιδευτικό πρόγραμμα σε συνεργασία με τους Συλλόγους Γονέων και Κηδεμόνων του κάθε παραδοσιακού Νομού της Ελλάδας και την ιστορική εκπαίδευση των νεοελλήνων.

Πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι η ανάγνωση του Δημοσίου Συμφέροντος δεν είναι μονοσήμαντη από τους υποτελείς επιτελείς της Κεντρικής Κυβέρνησης, αλλά επιδέχεται διαφορετικές αναγνώσεις από τον κάθε συγκροτημένο τόπο αυτής της ευλογημένης χώρας και Σώματα Ενεργών Δημοτών, πέρα από κομματικές παρατάξεις στους Δήμους της Ελλάδας, πρέπει να καταλάβουν την τοπική εξουσία , με βάση το κοινό Δημοτικό συμφέρον και την κοινή λογική και όχι με βάση παρωχημένες και απαξιωμένες στην κοινή γνώμη κομματικές = παραταξιακές λογικές, που κομματιάζουν την κάθε τοπική κοινωνία !

Το μόνο μέσο για να βρουν κοινή ταυτότητα τόσο οι τοπικές κοινωνίες , όσο και σύμπασα η Ελληνική Κοινωνία είναι τα τοπικά και τα Πανελλήνια Δημοψηφίσματα Λαϊκής Πρωτοβουλίας, που υποστηρίζουμε για να μπορέσει επιτέλους να ξεφύγει η μοίρα αυτού του τόπου από τα χέρια των δήθεν αντιπροσώπων μας πολιτικών, που ποτέ δεν προκάλεσαν ένα Δημοψήφισμα για σαράντα χρόνια μετά την Μεταπολίτευση, ούτε καν τοπικό, που για πολλά χρόνια προβλέπει ο Κώδικας Δήμων της Ελλάδας, στο κεφάλαιο περί Τοπικής Δημοκρατίας!

Γεννάται βέβαια ένα ζήτημα για τον τρόπο με τον οποίο θα επιτευχθεί πανελλήνια μια τέτοιας κλίμακας αλλαγή συνειδήσεων και νοοτροπιών στους Έλληνες, που συνήθισαν επί αρκετές δεκαετίες να επιβιώνουν χωρίς να βασίζονται στις ίδιες τοπικές δυνάμεις παραγωγής πλούτου από τους ίδιους! Νομίζουμε ότι η μόνη λύση είναι η σύσταση σε κάθε πόλη-νομό αυτής της χώρας τοπικών Δημοβουλίων Δημοτών, στα πρότυπα του Δημοβουλίου Πολιτών, που στην ιστοσελίδα του www.dimovoulio.gr παρέχει πληροφόρηση για τους τρόπους σύστασης αυτών, ώστε να καταστούν Σώματα Ενεργών Δημοτών, που θα διεκδικήσουν τη διαχείριση των πόλεων αυτής της χώρας με βάση το αμεσοδημοκρατικό μοντέλο των Ελβετικών καντονίων, που τόσο συνέβαλε ο πρώτος πραγματικός Κυβερνήτης της Ελλάδας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, για να λειτουργήσουν με βάση το Ελβετικό Σύνταγμα που επηρέασε τη δημιουργία των βασικών του αρχών και πρέπει να το μελετήσουμε σοβαρά για να ενώσουμε το νήμα εκεί που βίαια μας το έκοψαν, όταν η μόνη συνταγματική παράδοση της απελευθερωμένης Ελλάδας ήταν τα επαναστατικά Συντάγματα της Τροιζήνας, της Επιδαύρου και του Άστρους, που τα διακατείχαν οι ιδέες του Διαφωτισμού, του Ρήγα και της Γαλλικής Επανάστασης και όχι τα σημερινά κουρελοσυντάγματα των υποτελών πολιτικών μας, ώστε να αναδειχτούμε όλοι σε ενεργούς πολίτες, που θα ξαναδημιουργήσουμε μια Νέα υγιή Ελλάδα, αντί να είμαστε υπάκουοι υπήκοοι των μνημονιακών πολιτικών που μας εξοντώνουν!

Κρυπτοσοσιαλδημοκρατία και καπιταλισμός ή Αταξική κοινωνία και Ουμανισμός;

(Ρεφορμιστική αποανάπτυξη ή Ουμανιστική Αποκαπιταλιστικοποίηση;)

Γράφει ο Κώστας Λάμπος

 

Στο δρόμο προς την ισοκτησία και την Άμεση Δημοκρατία

«Μια αληθινή δημοκρατική κοινωνία, μια κοινωνία που θα κυβερνάται από την γενική βούληση, απαιτεί ισότητα ιδιοκτησίας, τέτοια ώστε κανένας πολίτης να μην μπορεί ποτέ να γίνει τόσο πλούσιος, ώστε ν’ αγοράζει άλλον, και κανένας τόσο φτωχός, ώστε η ανάγκη να τον κάνει να πουληθεί»

Ζαν Ζακ Ρουσσώ

Όλες οι ιστορικές μορφές κοινωνίας, ταξινομούνται με το κριτήριο της σχέσης της κοινωνίας ως σύνολο με τα εκάστοτε κύρια μέσα παραγωγής και εξ’ αυτού διακρίνονται σε κοινωνίες ισοκτησίας-κοινοκτημοσύνης στις οποίες όλοι εργάζονται για κοινό σκοπό και ο παραγόμενος πλούτος ισοκατανέμεται ανάλογα με τις ανάγκες, ή σε κοινωνίες ατομικής ιδιοκτησίας, παραλλαγές της οποίας αποτελούν η ταξική, η εταιρική, η κρατική και η λεγόμενη ‘δημόσια’ σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομίας ιδιοκτησία, όπου η παραγωγή και η κατανομή των αγαθών αποφασίζεται από τους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας.

Οι σοσιαλδημοκράτες, παλιοί και ‘νέοι’ και οι λεγόμενοι ‘ελευθεριακοί’ αλλά και οι αυτοαποκαλούμενοι αναρχικοί, μάταια αναζήτησαν μια τρίτη μορφή κοινωνίας, ένα ‘τρίτο δρόμο’, που τάχα ‘θα συνδυάζει το σοσιαλισμό με το φιλελευθερισμό’, δίνοντας σ’ αυτόν ονόματα όπως «συμμετοχική δημοκρατία», «ελεύθερος συνεταιρισμός»1, «αντεξουσιαστικός σοσιαλισμός»2, «ελευθεριακός κομμουνισμός», ακόμα και αυτοδιεύθυνση3. Στην ιστορική διαδρομή της η ανθρωπότητα απόκτησε πολλές εμπειρίες και το συμπέρασμα που βγαίνει είναι πως δεν υπάρχει κανένας τρίτος δρόμος, όπως και δεν μπορεί να υπάρξει παρθενογένεση. Ο δρόμος για ένα καλύτερο κόσμο, για τον κόσμο της ισότητας, της δικαιοσύνης και της πραγματικής Δημοκρατίας είναι ένας και μοναδικός. Αυτός που η εργαζόμενη και αγωνιζόμενη ανθρωπότητα προσπαθεί χιλιάδες χρόνια τώρα να ανοίξει και που οδηγεί στην αταξική κοινωνία και σε ένα «σοσιαλισμό που θα βρει τη δική του μορφή πολιτικών σχέσεων… Με τον άλφα ή βήτα τρόπο θα είναι περισσότερο του Λαού. Θα μοιάζει περισσότερο με την αρχαία αγορά και λιγότερο με τον κοινοβουλευτισμό. Θα εξαρτάται λιγότερο από την εκπροσώπηση και περισσότερο από την αυτοδιακυβέρνηση»4.

Αταξική κοινωνία, όμως όπως είδαμε, ακόμα και με τη μορφή της ιστορικής ‘απόπειρας’, σημαίνει κοινοκτημοσύνη, δηλαδή κατάργηση της ανισότητας που προκύπτει από το σύστημα που ξεχωρίζει την κοινωνία σε ιδιοκτήτες-κατέχοντες και σε μη-κατέχοντες, σχέση που οδηγεί σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, δηλαδή σε ανισότητες, αδικίες, εχθρότητες, καταστροφές, φτώχεια και δυστυχία, σε ποικιλώνυμες αντιπροσωπευτικές, ‘αληθινές’, ‘πραγματικές’ ψευτοδημοκρατίες και σε ολοκληρωτικούς φασισμούς.

Η κοινοκτημοσύνη οδηγεί σε ριζική αλλαγή των σχέσεων παραγωγής, με την εγκαθίδρυση σχέσεων αυτοδιεύθυνσης της κοινωνίας. Οι οποίες καταργούν το δυϊσμό μεταξύ κοινωνίας και οικονομίας, πράγμα που οδηγεί στην Άμεση Δημοκρατία, που σημαίνει πως, από το ταξικό σύστημα που θέλει, άλλοι να κάνουν κουμάντο στην οικονομία και άλλοι στην πολιτική και στην κοινωνία, περνάμε στο αταξικό σύστημα, στην αταξική Δημοκρατία, στα πλαίσια της οποίας η ίδια η αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία αποφασίζει για όλα τα ζητήματα που την αφορούν και πρωτίστως για την οικονομία. Και είναι σημαντικό να αντιδιαστείλουμε την κοινοκτημοσύνη από την κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής, όπου ο το κομματικό κράτος, και όχι η αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία, ως συλλογικός καπιταλιστής εμποδίζει την κοινωνία να οργανωθεί στη βάση της ισοκτησίας και της κοινωνικής ισότητας.

Η κοινοκτημοσύνη, όμως, δεν είναι μόνο ισοκτησία και οικονομική αυτοδιαχείριση, ούτε και μόνο ισοπολιτεία και κοινωνική αυτοδιεύθυνση, δηλαδή Άμεση Δημοκρατία παντού, αλλά και δημόσια κοινοβιακή, συλλογική ζωή5, η οποία δεν ήταν ποτέ ένα βίτσιο κάποιων, αλλά μια ιστορική αναγκαιότητα που βασίζεται σε μια από τις αιώνιες ανθρώπινες ανάγκες, αυτή της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης που προσφέρει αίσθημα ασφάλειας και ενότητας στα άτομα και γι’ αυτό υπονομεύτηκε από όλα τα εξουσιαστικά ιερατεία και καταπνίγηκε πολλές φορές με τη βία. «Η ανάγκη του ανθρώπου να αισθάνεται το σπίτι του σαν μέρος ενός μεγαλύτερου οικοδομήματος που περιέχει τα πάντα, στο οποίο νοιώθει άνετα και αισθάνεται ότι όλοι οι άλλοι κάτοικοι αυτού του οικοδομήματος που μαζί τους ζει και δημιουργεί, αναγνωρίζουν όλοι και επιβεβαιώνουν την ύπαρξή του ως ατόμου. Μια ένωση που βασίζεται μόνο στην κοινότητα απόψεων και επιδιώξεων δεν μπορεί να ικανοποιήσει αυτή την ανάγκη. Το μόνο πράγμα που μπορεί να το κάνει αυτό είναι μια ένωση που τάσσεται υπέρ της κοινοτικής ζωής»6.

Με αυτή την έννοια η Άμεση Δημοκρατία δεν είναι παρά η επανασύνδεση της κοινωνίας με την οικονομία και συνεπώς η επανασύνδεση του ιδιωτικού με το δημόσιο χώρο και φυσικά δομείται, χωρίς να παραγνωρίζει την αναγκαία, διακριτική και γόνιμη σύνδεση της σφαίρας της ιδιωτικής-οικογενειακής ζωής με αυτήν της κοινότητας, ένα δυναμικό εργαστήρι αυτοεκτίμησης, σεμνότητας, κοινωνικότητας, φιλαλληλίας και αλληλεγγύης, που οδηγεί σταδιακά στην πλήρη ιδεολογική, πνευματική, πολιτιστική και εξουσιαστική αποτοξίνωση των ελεύθερων ανθρώπων που επιδιώκουν να ζουν με αξιοπρέπεια, αλλά και, τελικά, σε μια κοινωνία η κοσμοαντίληψη της οποίας συνδέεται με την αισθητική του ‘μέτρον άριστον’ και “πάντων πραγμάτων μέτρον άνθρωπος”. Το αποτέλεσμα θα είναι ολοκληρωμένοι ελεύθεροι άνθρωποι, homo humanisticus universalis, που θα ευημερούν όλοι και θα ζουν σε αρμονία με τον εαυτό τους, με τους συνανθρώπους τους, με τη Φύση και με το μέλλον τους.

Αυτό δεν σημαίνει πως η Άμεση Δημοκρατία είναι ένα κλειστό σύστημα, ένας ‘ιερός θεσμός’ ή ένα ιδεολογικό δόγμα. Αντίθετα θα είναι το πρώτο κοινωνικό σύστημα στην ιστορία της ανθρωπότητας, που θα είναι ανοικτό και κάθε στιγμή, η αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία θα μπορεί να θέτει σε κίνηση διαδικασίες άμεσης αποδοχής ή απόρριψης επιλογών που την αφορούν. Ένα δυναμικό σύστημα ανοιχτό στις προκλήσεις των καιρών και στα οράματα για ένα ακόμα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα. Και αυτό για να μην μπορούν να διαμορφωθούν συντεχνιακά συμφέροντα, σεχταριστικές αντιλήψεις και αντικοινωνικές ενέργειες που θα θέλουν να παλινορθώσουν χαμένες εξουσίες και ταξικά συμφέροντα, όπως συνέβαινε και συμβαίνει σε κλειστά, παρτικουλαριστικά, ταξικά και στάσιμα συστήματα. Από όλα τα σχετικά παραδείγματα που μας προσφέρει απλόχερα η παγκόσμια ιστορία η αυριανή ανθρωπότητα θα έχει σίγουρα κάτι να διδαχθεί, για να μπορέσει, όταν το αποφασίσει να διαμορφώσει την Άμεση Δημοκρατία στα μέτρα τα δικά της, της εποχής της και του οράματός της. Η Άμεση Δημοκρατία δεν είναι σύστημα, δεν είναι δόγμα, δεν είναι ιδεολογία, αλλά κοσμοαντίληψη και φιλοσοφία ατομικής, συλλογικής και κοινωνικής ζωής σε συνθήκες κοινωνικής ισότητας, ισοπολιτείας και ελευθερίας, γιατί χωρίς αυτές τις αξίες δεν μπορεί να υπάρξει.

Οι σειρήνες του υπαρκτού κλασικού καπιταλισμού, όπως και αυτές του πρώην υπαρκτού κρατικοκαπιταλισμού, που εκφράζονται μέσα από τις διάφορες εξουσιαστικές και κομματικές ιδεολογίες διατείνονται πως η Άμεση Δημοκρατία δεν είναι εφαρμόσιμη στη σύγχρονη πραγματικότητα7, γιατί δεν το επιτρέπει ο μεγάλος πληθυσμός, οι μεγάλες αποστάσεις και η πολυπλοκότητα των προβλημάτων που πρέπει να επιλυθούν. Αυτές οι ενστάσεις είναι παιδαριώδεις για όποιον έχει μελετήσει την ιστορία και γνωρίζει τις προϋποθέσεις συγκρότησης και λειτουργίας της Άμεσης Δημοκρατίας8.

Το κριτήριο του πλήθους ανατρέπεται από το γεγονός πως η Άμεση Αθηναϊκή Δημοκρατία λειτούργησε στο πολυπληθέστερο κράτος της αρχαιότητας9, όταν μικρότερα κράτη και πόλεις της ίδιας περιόδου ήταν μοναρχίες και τυραννίες. Κι’ αυτό γιατί η Άμεση Δημοκρατία δεν είναι ποσοτικό, αλλά ποιοτικό ζήτημα, που σχετίζεται περισσότερο με την ανάγκη και την απαίτηση ύπαρξης και λειτουργίας του δημόσιου ζωτικού χώρου ατομικής και συλλογικής άσκησης της ελευθερίας του λόγου και της δράσης. Είναι βέβαια προφανές πως η διασφάλιση της Άμεσης Δημοκρατίας ως αυτόνομης οντότητας και δυναμικής ποιότητας, οριοθετεί κάποιο μίνιμουμ-μάξιμουμ χωρο/πληθυσμιακό μέγεθος, καθώς επίσης και μια διάρθρωσή της σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο, αλλά για τα θέματα αυτά δεν υπάρχουν συνταγές, γιατί προφανώς θα καθοριστούν από τις τοπικές κοινωνίες που θα, και όταν, το αποφασίσουν, ανάλογα με τις υποκειμενικές και τις αντικειμενικές συνθήκες που θα συντρέχουν στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Σε κάθε περίπτωση η Άμεση Δημοκρατία για να είναι άμεση δεν μπορεί παρά να μην υπερβαίνει τα ανθρώπινα όρια και το ανθρώπινο μέτρο, πράγματα και καταστάσεις που οριοθετούνται στο χώρο-χρόνο. Έτσι η Άμεση Δημοκρατία είναι ένα αυστηρά προσδιοριζόμενο σύστημα τοπικής κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης που δεν μπορεί να ξεπερνά τα όρια της συνέλευσης της συνοικίας ή της ενορίας, που θα λειτουργεί ως κύτταρο της Άμεσης Δημοκρατίας, όχι μόνο σε στενά τοπικό, αλλά και σε δημοτικό, επαρχιακό, περιφερειακό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο, με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν, συνεργαζόμενα και αμοιβαία αλληλέγγυα τα κύτταρα κάθε βιολογικού οργανισμού, πράγμα που για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι, εξαιτίας της σύγχρονης τεχνολογίας, που εκμηδενίζει τις αποστάσεις, αλλά και το χρόνο, εφικτό.

Το αυθαίρετο κριτήριο των μεγάλων αποστάσεων, σε συνδυασμό με το μεγάλο πληθυσμό, αντιλαμβάνεται την Άμεση Δημοκρατία ως ένα δυσκίνητο ασπόνδυλο μαλάκιο, γιατί παραβλέπει το γεγονός πως η Άμεση Δημοκρατία είναι κατά κύριο λόγο μια ολοκληρωμένη αντίληψη τοπικής αυτοκυβέρνησης, που αρθρώνεται από το οικιστικό κύτταρο μέχρι το Δήμο, την Επαρχία, την περιφέρεια, τη χώρα, την ήπειρο και την οικουμένη ολόκληρη. Παραγνωρίζουν μάλιστα όσοι επικαλούνται αυτό το επιχείρημα, τη γεωγραφική πολυκεντρικότητα, την πολύπλοκη δομή και τη σύνθετη λειτουργία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας10.

Όσον αφορά στο κριτήριο της πολυπλοκότητας των προβλημάτων, που τάχα δυσκολεύουν το λαό να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της αμεσοδημοκρατικής αυτοκυβέρνησης και επομένως καθιστούν αναγκαία την ύπαρξη ειδικών, επαγγελματιών πολιτικών, τεχνοκρατών και άλλων παρασίτων, που θα τον κυβερνούν, οι υποστηρικτές αυτής της αντίληψης παραβλέπουν το γεγονός πως είναι αυτή, η μέσω ειδικών αντιπροσώπων και λοιπών εξουσιαστών, διακυβέρνηση που έφτασε την ανθρωπότητα στα πρόθυρα της βαρβαρότητας και της καταστροφής. Παραγνωρίζουν επίσης το ρόλο που μπορούν να παίξουν η σύγχρονη επιστήμη και τεχνολογία στην αυτοδιακυβέρνηση των κοινωνιών και της ανθρωπότητας συνολικά. Μια υπεύθυνη και απαλλαγμένη από ιδεοληψίες προσέγγιση του θέματος της Άμεσης Δημοκρατίας μπορεί να πείσει ακόμα και τον πιο παραπληροφορημένο, αλλά καλοπροαίρετο αρνητή της Άμεσης Δημοκρατίας, πως ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν υπήρχαν καταλληλότερες συνθήκες για την Άμεση Δημοκρατία σε τοπική, περιφερειακή, εθνική και οικουμενική κλίμακα, από αυτές που υπάρχουν σήμερα στις αρχές του 21ου αιώνα.

Η κατανόηση αυτού του δρόμου προϋποθέτει την αποϊδεολογικοποίηση του αγώνα και την απεξάρτησή του από τα διδακτικά αλλά ξεπερασμένα σοσιαλιστικά δόγματα του 19ου και τις τραυματικές εμπειρίες του 20ου αιώνα και τη σύνδεση του Αύριο με τις ρίζες και τη μακρινή διαδρομή της ανθρωπότητας11. Η ανθρωπότητα έκανε άλματα μπροστά και τα προβλήματα δεν μπορούν να κατανοηθούν και να αντιμετωπισθούν, αν η θεωρία για το σοσιαλισμό δεν ξεκολλήσει από το παρακμασμένο χθες και να συγχρονίσει το βηματισμό της με το σήμερα του 21ου αιώνα. Αυτό το πρόβλημα καταγράφεται σήμερα ως παρακμιακή κρίση της παραδοσιακής αριστεράς12 και ως αίτημα για μια σύγχρονη, για μια ουμανιστική αριστερά.

Η αντιδογματική αντίληψη για τον κομμουνισμό, τον κομμουνισμό των συμβουλίων και τον αναρχισμό ασκούν την ίδια κριτική απέναντι στον καπιταλισμό και στον κρατικοκαπιταλισμό και δεν σταματούν σ’ αυτό, αλλά προτείνουν γενικά μια κοινωνία της ισότητας, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της κοινοκτημοσύνης13. Γι’ αυτό και κάποιοι, που ταυτίζονται οι ίδιοι με την στείρα άρνηση και την προσωπολατρία, κάνουν ότι μπορούν να τους ταυτίζουν οι ταξικοί τους αντίπαλοι με το χάος, τη βία, τις βόμβες μολότωφ και την καταστροφή, με το μηδενισμό και την ‘ένωση των εγωιστών’14. Όσοι εμφορούνται από αυτές τις ιδέες και αναζητούν πράγματι μια αντεξουσιαστική, δηλαδή μια ουμανιστική κοινωνία, είναι χρήσιμο να ξαναγυρίσουν στον κοινωνικό διάλογο, όχι ως ‘ξερόλες’ και αυτόχριστοι σωτήρες της εργατικής τάξης, αλλά ως κύτταρα μιας ανθρωπότητας που βρίσκεται σε αναζήτηση ενός σύγχρονου οράματος και έχει ανάγκη από ένα νέο ξεκίνημα για να βγει από την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Θέλουν όμως; Αλλά και αν θέλουν, μπορούν, χωρίς να το προσπαθήσουν;

Ένας σύντομος απολογισμός της ιστορικής εξέλιξης μας αποκαλύπτει πως οι εργαζόμενοι, δούλοι, δουλοπάροικοι και εργάτες, δημιούργησαν, πέρα από τον τεράστιο πλούτο των εξουσιαστών και ένα αμύθητο πλούτο επιστημονικής γνώσης, τεχνολογίας και πνευματικού πολιτισμού, που έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με τις πολλές, τεράστιες ανισότητες. Και το χειρότερο, σήμερα, αρχές του 21ου αιώνα, η ανθρωπότητα βρίσκεται μπροστά σε μια προϊούσα καταστροφή της Φύσης και αντιμετωπίζει έναν διαρκή καταστροφικό πόλεμο. Και μια παγκόσμια απαξίωση της ανθρώπινης δημιουργικότητας, με αποτέλεσμα την έκρηξη της συστημικής ανεργίας και της φτώχειας, συνέπειες που αποσυνθέτουν τις κοινωνίες και τις παραδίδουν βορά σε ένα mafia economic system της διαφθοράς και του εγκλήματος.

Όμως οι μακρινοί μας πρόγονοι συγκρότησαν κοινωνίες για να επιβιώσουν και να ζήσουν καλύτερα. Αλλά τώρα οι κοινωνίες διαλύονται και πορεύονται από το κακό στο χειρότερο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως πρέπει να γυρίσουμε πίσω στην εποχή των μακρινών προγόνων μας και φυσικά δεν πρέπει να αρνηθούμε την πρόοδο της ανθρωπότητας επειδή πρέπει να αρνηθούμε τον καπιταλισμό. Και φυσικά δεν σημαίνει πως πρέπει να αφήσουμε το κεφάλαιο να μας οδηγήσει σε κάτι χειρότερο, στην καπιταλιστική βαρβαρότητα. Συνεπώς πρέπει, ως ανθρωπότητα να αλλάξουμε πορεία, για να ξαναβρούμε το δρόμο που οδηγεί στην πρόοδο, στην καθολική ευημερία και στην πανανθρώπινη ειρήνη. Η ιστορική εμπειρία μας, ως ανθρωπότητα, είναι αρκετά πλούσια και πολύ διδακτική για να ανακαλύψουμε μόνοι μας και συλλογικά, χωρίς σοφούς-ηγέτες-τσομπάνηδες, τη μετακαπιταλιστική πορεία μας. Μια πορεία που θα στηρίζεται στην ελεύθερη δημιουργική Ανθρωπία15, στον, για πρώτη φορά στην ιστορία του, ελεύθερο και ολοκληρωμένο Άνθρωπο.

Η κοινωνία του μέλλοντος οφείλει να αντικαταστήσει το διχασμένο εργάτη, τον οποίο το κεφάλαιο τον υποβιβάζει σε θραύσμα πολιτικού όντος, με το ελεύθερα, πλήρως και εντός ελεύθερης-αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας αναπτυγμένο ανθρώπινο υποκείμενο. Το προαπαιτούμενο γι’ αυτή την εξέλιξη είναι η κατάργηση της ιδιοκτησίας, του τελευταίου οχυρού του καπιταλισμού, και συνεπώς η κατάργηση του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας ως κοινωνικών κατηγοριών, γιατί μόνο έτσι θα ανοίξει ο δρόμος για την επόμενη φάση στην ιστορία της χειραφέτησης του ανθρώπου

Αυτό είναι νομίζω το συμπέρασμα από την ανάλυση όλων των προσπαθειών της ανθρωπότητας, πράγμα που σημαίνει πως η ανθρωπότητα επανακάμπτει στα πεδία των αγώνων όχι για μια καλύτερη δουλεία, για ένα καλύτερο καπιταλισμό της μισθωτής δουλείας και της ανεργίας. Ούτε για ένα καλύτερο κρατικοκαπιταλισμό-κρατικοσοσιαλισμό της βουβής κοινωνίας και των Γκούλαγκς. Ή για ένα κάποιο αφηρημένο ‘σοσιαλισμό της εργασίας’, ή για ένα ‘αναρχισμό του ατομισμού’ και της ιδιωτίας, αλλά για ένα κόσμο της ανθρωπίας, της Κοινοκτημοσύνης, της Άμεσης Δημοκρατίας, της Αταξικής Κοινωνίας. Ένας ανθρώπι-νος σοσιαλι-σμός δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από Ανθρωπισμός-Ουμανισμός. Ένας ουμανισμός όχι ως ένα απόλυτο δόγμα, αλλά ως ένα διαρκές οικουμενικό γίγνεσθαι που σταδιακά επανασυνδέει οργανικά όλες τις επιμέρους κοινωνίες στη μια και ενιαία κοινωνικοποιημένη ανθρωπότητα. Ο Δαρβίνος μας το λέει πιο απλά: «Όσο εκπολιτίζεται ο άνθρωπος και οι μικρές φυλές συγκροτούν μεγαλύτερες κοινότητες, η απλή λογική υπαγορεύει σε κάθε άτομο να επεκτείνει τα κοινωνικά του ένστικτα και τη συμπάθειά του σε όλα τα μέλη του ίδιου έθνους, έστω κι’ αν δεν γνωρίζονται προσωπικά. Και άμα φτάσει εκεί, μόνο ένας τεχνητός φραγμός μπορεί να εμποδίσει τις συμπάθειές του να επεκταθούν και στους ανθρώπους όλων των εθνών και όλων των φυλών… Η συμπάθεια η οποία επεκτείνεται πέρα από τα όρια της ανθρωπότητας, η συμπόνια δηλαδή για τα ζώα, φαίνεται να αποτελεί μια από τις τελευταίες ηθικές κατακτήσεις»16, κι’ αυτό όχι ως ζωοφιλία κάποιων σμπαραλιασμένων μισανθρώπων, αλλά ως άδολη αγάπη για κάθε συνάνθρωπο και για κάθε μορφή ζωής, δηλαδή ως οικουμενικός ουμανισμός.

Για να ολοκληρωθεί αυτή η οικουμενική ουμανιστική πορεία του Ανθρώπου μέσα από τις επιμέρους κοινωνίες του, πρέπει οι επιμέρους κοινωνίες και συνολικά η ανθρωπότητα ολόκληρη να ξεπεράσουν τον μανιακό καπιταλισμό που προσπαθεί να επιβιώσει ακόμα και ως ιστορικό τυμπανιαίο πτώμα, πράγμα που προϋποθέτει την απόφασή μας, ως άτομα, κοινωνίες και ανθρωπότητα, να τον καταργήσουμε, να κάνουμε αποκαπιταλιστικοποίηση.

Ουμανιστική Αποκαπιταλιστικοποίηση

«Η κατάργηση του παλιού πολιτισμού δεν σημαίνει καθόλου την κατάργηση του πολιτισμού γενικά, αλλά απλά την κατάργηση μιας ορισμένης μορφής του πολιτισμού»

Wilhelm Reich

«Ο καπιταλισμός δεν θα πεθάνει από φυσικό θάνατο. Αν δεν τον σκοτώσουμε, θα συνεχίζει κάθε φορά χειρότερος»

Michael Lowy

Ο καπιταλισμός στην προσπάθειά του να μεγιστοποιήσει τα κέρδη σε βάρος των ανθρώπων, της Φύσης, της ανθρωπότητας και του Πολιτισμού μηχανεύεται κάθε τέχνασμα και μετέρχεται όλων των μέσων προκειμένου να εκμηδενίσει την όποια αντίσταση ενάντια στην καταστροφικότητά του. Το αποτέλεσμα αυτής της απάνθρωπης λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος είναι η ανάπτυξη της βαρβαρότητας σε βάρος του πολιτισμού, με όλες τις γνωστές συνέπειες. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να συνειδητοποιηθεί πως αποκαπιταλιστικοποίηση δεν σημαίνει μεταρρυθμίσεις δεξιές ή “αριστερές”, ούτε μια κάποια “αποανάπτυξη” για ένα καλύτερο καπιταλισμό, αλλά ριζική κατάργηση του καπιταλισμού ως θεσμού, δηλαδή ως κοινωνικής σχέσης εξουσίας μιας μειοψηφίας πάνω στην κοινωνία-ανθρωπότητα, πράγμα γίνεται εφικτό μόνο με την κοινοκτημοσύνη και την κοινωνική αυτοδιεύθυνση. Αποκαπιταλιστικοποίηση σημαίνει και το ξερίζωμα από τα μυαλά μας και της τελευταίας ρίζας της καπιταλιστικής ιδεολογίας, ως καπιταλιστικής ψευδαίσθησης και νοοτροπίας. Από τα πράγματα αυτή η αποκαπιταλιστικοποίηση δεν μπορεί παρά να είναι μια ουμανιστική αποκαπιταλιστικοποίηση, με την οποία θα αποκατασταθεί η κεντρική θέση του ανθρώπου στο κοινωνικό γίγνεσθαι μέσω της κοινωνικοποίησης-αυτοδιαχείρισης της οικονομίας και της αυτοδιεύθυνσης της κοινωνίας, ως αναγκαίες και ικανές προϋποθέσεις για μια αταξική κοινωνία. Πρόκειται ασφαλώς για μια διαδικασία που, ως φωτεινό μονοπάτι του αγώνα για κοινωνική ισότητα, εξελίσσεται σταδιακά σε όλη την πορεία της ανθρωπότητας και από κάποια στιγμή και μετά γίνεται η λεωφόρος των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού και θα ολοκληρωθεί στο κοντινό ή στο απώτερο μέλλον στα πλαίσια ενός Οικουμενικού Ουμανιστικού Πολιτισμού.

Αυτοαποκαπιταλιστικοποίηση

«Το φαντασιακό μας έχει αποικιστεί, ο εχθρός κρύβεται στο

βαθύτερο μέρος του εαυτού μας»

Σερζ Λατούς

Δύσκολος, ανηφορικός και μακρύς ο δρόμος της αποκαπιταλιστικοποίησης, όπως δύσκολη και μακρά ήταν η κατηφόρα στην οποία οδήγησαν την ανθρωπότητα τα συστήματα της ανισότητας και της εκμετάλλευσης. Μόνο ο δρόμος προς την καπιταλιστική βαρβαρότητα είναι πιο σύντομος, αλλά αυτός δεν είναι η επιλογή των εργαζόμενων, είναι επιλογή του καταστροφικού και απάνθρωπου κεφαλαίου. Γι’ αυτό θα χρειαστεί να βάλουμε την όπισθεν στην ανηφόρα που θα μας βγάλει, από το αδιέξοδο κατηφορικό τούνελ του καπιταλισμού, στο ξέφωτο, απ’ όπου θα χαράξουμε τη σωστή πορεία, την πορεία που οδηγεί σε μια σύγχρονη αυθεντική εξισωτική κοινωνία του Ανθρωπισμού. Όμως επειδή «μια αυθεντική επανάσταση μπορεί να εκδηλωθεί μόνο αν υπάρχει ένα συγκροτημένο και πρακτικό μαζικό κίνημα17 αυτοσυνείδητων ατόμων, το οποίο θα έχει συνειδητά σαρώσει όλες τις μυθοποιήσεις του παρελθόντος»18, γι’ αυτό ξεκινάμε με την απόφαση αποκαπιταλιστικοποίησης του εαυτού μας19, που σημαίνει πως ξεκινάμε με την απόφαση να καταργήσουμε παντού τον καπιταλισμό, στη σκέψη μας20, στις συνήθειές μας, στο χώρο που ζούμε και δημιουργούμε, στην πόλη μας, στην πατρίδα μας και στον πλανήτη ολόκληρο. Πράγμα που δεν σημαίνει να σπάζουμε τα κρανία των συνανθρώπων μας, αλλά να συζητήσουμε με αυτούς. Ούτε και να καταστρέψουμε τα εργοστάσια, αλλά να τα απαλλάξουμε από τους σφετεριστές τους. Ούτε βέβαια σημαίνει να κάψουμε τις πόλεις μας, αλλά να τις απαλλάξουμε από τις μαφίες που τις λυμαίνονται. Και φυσικά δεν σημαίνει, στα πλαίσια κάποιων «ελεγχόμενων αταξιών»21 και στο όνομα της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, να καταργήσουμε τις πατρίδες μας, αλλά να τις καταστήσουμε, στο όνομα της οικουμενικότητας της ανθρωπότητας, αυτόνομα συστατικά κύτταρα-στοιχεία της κοινής μας πατρίδας, του διαστημόπλοιου Γη και της ενιαίας, οικουμενικής, κοινωνικοποιημένης ανθρωπότητας.

Αυτοαποκαπιταλιστικοποίηση σημαίνει, επίσης, να πάψουμε να είμαστε υποχείρια θανατόφιλων θρησκειών και της ιδεολογίας της ανταγωνιστικότητας22 και του ακόρεστου καπιταλιστικού καταναλωτισμού, η οποία μας εγκλωβίζει σε έναν αγοραίο, αντικοινωνικό και τελικά αυτοκαταστροφικό ατομισμό23, πράγμα που θα μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε την ομορφιά του μέτρου και το μέτρο της ομορφιάς της ζωής, της ελεύθερης από καταναγκασμούς κοινωνικής συμβίωσης, της συνεργασίας, της συνδημιουργίας και του ανθρωπισμού. Το συστηματικό και οργανωμένο διάβασμα, οι συστηματικές και οργανωμένες συζητήσεις, η συστηματική και στοχευμένη συμμετοχή στα κοινά που διαδραματίζονται γύρω μας και φυσικά μας αφορούν, θα μας βοηθήσει να αυτοαποκαπιταλιστικοποιηθούμε ατομικά και ομαδικά και θα μας ανοίξει τα μάτια, για να δούμε τη βρωμιά της εικονικής καπιταλιστικής πραγματικότητας, αλλά και την ομορφιά της ζωής και της αληθινής πραγματικότητας που περιμένει να την κάνουμε ακόμα καλύτερη.

Αποκαπιταλιστικοποίηση της οικονομίας

«Ζούμε σε μια κοινωνία, όπου η τέχνη της επιβίωσης έγκειται στο να προσαρμόζεσαι στα αντανακλαστικά και στις τεχνικές της αρπακτικότητας»

Ραούλ Βάνεγκεμ

Η οικονομία είναι το κατ’ εξοχήν προνομιακό πεδίο του καπιταλισμού. Έχοντας καταφέρει το Κεφάλαιο να ελέγχει τον παραγωγικό εξοπλισμό και την Εργασία και συνεπώς και τον παραγόμενο πλούτο, κατάφερε να έχει την εξουσία πάνω στους υλικούς όρους ύπαρξης της κοινωνίας, που σημαίνει να ελέγχει και να εκμεταλλεύεται την εργαζόμενη κοινωνία, οδηγώντας την στην εξαθλίωση και στον αποδεκατισμό της μέσω της πείνας, των επιδημιών και των αχόρταγων ιμπεριαλιστικών πολέμων.

Αποκαπταλιστικοποίηση της οικονομίας, συνεπώς, σημαίνει απόσπαση του παραγωγικού εξοπλισμού από τον έλεγχο των επιχειρηματιών και της καπιταλιστικής τάξης και το πέρασμά του με την κοινωνική αυτοδιαχείριση στον απόλυτο έλεγχο της κοινωνίας, χωρίς τον οποίο είναι αδύνατη η αποκατάσταση της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και οικονομίας, την οποία ανάτρεψε ο καπιταλισμός σε βάρος της κοινωνίας. Σε αυτή την περίπτωση είναι η κοινωνία που αποκαπιταλιστικοποιώντας την οικονομία της, θα επιλέξει τις προτεραιότητες, τη φύση, τη δομή και τη μορφή της οικονομίας, ώστε να αριστοποιείται η λειτουργία της και να μεγιστοποιείται η κοινωνική ευημερία.

Η χαώδης, η σπάταλη, η καταστροφική και η απάνθρωπη καπιταλιστική οικονομία προκαλεί, όπως άλλωστε είναι φυσικό, έντονες διαμαρτυρίες, κοινωνικές εξεγέρσεις και επαναστάσεις στον οικονομικά καχεκτικό και φτωχό Νότο και έντονες συζητήσεις στον ακόμα ‘αναπτυγμένο και πλούσιο’ Βορρά με αντικείμενο την τιθάσευση , ακόμα και την αντικατάσταση της καπιταλιστικής οικονομίας. Ο καπιταλισμός είναι η κατ’ εξοχήν οικονομία της διαρκούς και αυξανόμενης μεγέθυνσης,της διαρκούς και αυξανόμενης σπατάλης των φυσικών πόρων και των κοινωνικών δυνάμεων, γιατί μέσω αυτής της διαδικασίας μεγιστοποιούνται τα κέρδη. Όταν αυτή η διαδικασία της μεγέθυνσης, για τον α ή β λόγο, διακόπτεται ή σταματάει, τότε υπάρχει κρίση και τα κέρδη γίνονται ζημίες τις οποίες η κυρίαρχη τάξη μεταφέρει στην κοινωνία μέσω της μείωσης των μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων, του περιορισμού της όποιας κοινωνικής πρόνοιας, της αύξησης της άμεσης φορολογίας και τελικά με τον πόλεμο. Κάποιες φορές, μάλιστα, συμβαίνει ο καπιταλισμός να μπει σε κρίση στασιμότητας και ο κόσμος να πεινάει επειδή έχουν παραχθεί περισσότερα προϊόντα από όσα μπορούν να αγοραστούν, ή έχουν συσσωρευτεί περισσότερα χρηματικά κεφάλαια από όσα μπορούν να επενδυθούν. Το αποτέλεσμα αυτών των κρίσεων είναι συνήθως κάποιοι καταστροφικοί πόλεμοι με τους οποίους ο καπιταλισμός ξεπερνάει τις κρίσεις του με προγράμματα ανασυγκρότησης των χωρών που κατάστρεψε.

Για τη μελέτη και τη ‘θεραπεία’ αυτής της παθογένειας του καπιταλισμού, ιδρύθηκε το 1968 ένας αμφιλεγόμενος διεθνής οργανισμός, το Club of Rom24 , το οποίο ανήκει μαζί με τη Λέσχη Μπίλντερμπεργκ, την Τριλατεράλε, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Παγκόσμια Τράπεζα στο Γαλαξία των παγκόσμιων διαπλεκόμενων οργανώσεων με τις οποίες ο σκληρός πυρήνας της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης προωθεί την παγκόσμια ηγεμονία του αμερικανισμού25. Στην έκθεσή του που δημοσιεύτηκε το 1972, προέβλεψε την παγκόσμια οικονομική καταστροφή για το 2000 και πρότεινε, για τη ‘σωτηρία της ανθρωπότητας’, τη στρατηγική της μηδενικής οικονομικής μεγέθυνσης26 στο Βορρά και στο Νότο, χωρίς φυσικά να αμφισβητήσει το καπιταλιστικό σύστημα, πως θα μπορούσε άλλωστε αφού οι δημιουργοί του ήταν βιομήχανοι, αμερικανικά πανεπιστημιακά ιδρύματα και αχυράνθρωποι του μεγάλου διεθνούς κεφαλαίου. Ο Βορράς δεν πήρε στα σοβαρά αυτή τη στρατηγική γιατί ήθελε κι’ άλλη μεγέθυνση, για να μην χρεοκοπήσει νωρίτερα από το 2000 και ο Νότος διαμαρτυρήθηκε, γιατί είχε αρνητική οικονομική μεγέθυνση, ενώ χρειάζονταν μεγάλη και θετική οικονομική ανάπτυξη27. Είναι προφανές πως τόσο στην θεωρία της επιστήμης της Πολιτικής Οικονομίας, όσο και στην αντίληψη του μέσου ανθρώπου άλλο πράγμα είναι η οικονομία που υπηρετεί την καπιταλιστική μεγέθυνση και άλλο πράγμα είναι η οικονομία που υπηρετεί την κοινωνική ανάπτυξη, πράγμα που από άγνοια ή από σκοπιμότητα αγνοούν ή θέλουν να αγνοούμε εμείς, κάποιοι τεχνοκράτες.

Η συζήτηση συνεχίστηκε κάτω από τη δυναμική της ογκούμενης καπιταλιστικής κρίσης. Τα τελευταία χρόνια έκανε την εμφάνισή της η «θεωρία της απο-ανάπτυξης», όπως λανθασμένα αποδόθηκε στα ελληνικά ο όρος decroissance, ή degrowth, που σημαίνει απομεγέθυνση, αφού όπως είναι γνωστό η μεγέθυνση αναφέρεται στην ποσοτική πλευρά της οικονομίας, η οποία ενδιαφέρει κύρια τους επιχειρηματίες, ενώ η ανάπτυξη αναφέρεται στην οικονομία ως ποιοτικό σύνολο και ως δίκαιη κατανομή του πλούτου που ενδιαφέρει την κοινωνία. Κύριος εκφραστής αυτής της θεωρίας είναι ο Σερζ Λατούς και αφετηρία του είναι η παραδοχή του σύμφωνα με την οποία «η εξάλειψη των καπιταλιστών, η απαγόρευση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των αγαθών παραγωγής, η κατάργηση της μισθολογικής σχέσης, ή του νομίσματος θα βύθιζαν την κοινωνία στο χάος και δεν θα ήταν δυνατές παρά με το αντίτιμο μιας μαζικής τρομοκρατίας. Κάτι τέτοιο δεν θα αρκούσε για να καταργήσει το καπιταλιστικό φαντασιακό και επιπλέον θα είχε το αντίθετο αποτέλεσμα»28. Συμμεριζόμενος τις σχετικές απόψεις του Καστοριάδη, αναζητώντας διαφορετικούς ρόλους για το χρήμα29 και για την αγορά30 από αυτούς που έχουν μέχρι σήμερα, και μετεωριζόμενος σε ένα καπιταλιστικό ‘αντικαπιταλισμό31’, ο Λατούς καταλήγει στην αντίληψη πως «η σοσιαλιστική κοινωνία θα είναι η πρώτη κοινωνία όπου θα υπάρχει αληθινή αγορά…, σε μια αυτόνομη κοινωνία θα έχετε μια αυθεντική αγορά με την έννοια ότι σ’ αυτήν θα υπάρχει τόσο κατάργηση όλων των θέσεων μονοπωλίου και ολιγοπωλίου, όσο και αντίστοιχα ανάμεσα στις τιμές των αγαθών και στα πραγματικά κοινωνικά κόστη»32. Τώρα πως μπορεί να υπάρξει σοσιαλιστική κοινωνία με ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και πως είναι ευκολότερο να καταργήσει κανείς τα μονοπώλια από το να καταργήσει τον καπιταλισμό τον ίδιο, μόνο ένα σοσιαλδημοκρατικό ‘φαντασιακό’ μπορεί να μας το εξηγήσει, ερμηνεία άλλωστε στην οποία μας παραπέμπει και η απειλή προς τις κοινωνίες να μην επιχειρήσουν κατάργηση του καπιταλισμού γιατί τέτοιες ενέργειες «θα τις βύθιζαν στο χάος και δεν θα ήταν δυνατές παρά με το αντίτιμο μιας μαζικής τρομοκρατίας».

Λογικό είναι στα πλαίσια αυτού του συγκεχυμένου σκεπτικού, η θεωρία για ‘απο-μεγέθυνση’ να είναι ασαφής, ατελής και να περιορίζεται σε προτάσεις όπως «να μετατρέψουμε τα εργοστάσια αυτοκινήτων σε εργοστάσια μηχανισμών ενεργειακής (θερμοηλεκτρικής) συμπαραγωγής»33. Παρά τη σύγχυση και τις πολλές αντιφάσεις της34, όμως, είναι αναμφισβήτητο πως η θεωρία της ‘από-ανάπτυξης’ παρουσιάζει ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον και θίγει μια σειρά από πρακτικά ζητήματα, που μας βοηθούν να εμβαθύνουμε στην κατανόηση κάποιων θεμάτων και να διευρύνουμε τους ορίζοντες των αναζητήσεών μας για την υπέρβαση του καπιταλισμού και την οικοδόμηση ενός καινούργιου και καλύτερου κόσμου. Ενός κόσμου απαλλαγμένου από απειλές του τύπου ‘μετά τον καπιταλισμό το χάος’, γιατί ο καπιταλισμός είναι το χάος και η αταξία, στο οποίο μπορούμε και πρέπει να βάλουμε τέρμα για να μπει μια τάξη αρμονίας μεταξύ της Ανθρωπότητας και της Μάνας-Φύσης, καθώς επίσης και μεταξύ ανθρώπων, Λαών, φυλών, χωρών και πολιτισμών πέρα κι ‘έξω από την πολιτισμική πολτοποίηση της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και την απειλή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Στην ίδια περίπου λογική κινείται και η άποψη του Tim Jackson, όπως αυτή διατυπώνεται στο πρόσφατο βιβλίο του35, όχι όμως ως γενική, αλλά ως ‘στοχευμένη οικονομική απομεγέθυνση’, στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος με μια κάποια ‘προσαρμογή του οικονομικού μοντέλου’ προς ‘καθαρές δραστηριότητες εντάσεως εργασίας’ και με ‘αλλαγή της κοινωνικής λογικής (του καπιταλισμού), για την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων μέσω της φορολογίας”. Κι′ εδώ παρατηρούμε τις ίδιες θεωρητικές ακροβασίες που καλλιεργούν ψευδαισθήσεις για τη φύση, τις δυνατότητες και τις προθέσεις του καπιταλισμού. Οι “καθαρές’, ή ‘πράσινες δραστηριότητες’ παραπέμπουν στον Clean Development Mechanism (μηχανισμό καθαρής ανάπτυξης) του ΟΗΕ, που επιτρέπει στις χώρες του Βορρά να αγοράζουν και να εμφανίζουν ως δικές τους τις μειώσεις εκπομπών στο Νότο, πράγμα που ερμηνεύει και το φαινόμενο της αποβιομηχάνισης του Νότου, ως μια συνειδητή πολιτική του Βορρά. Όλες αυτές οι προσπάθειες να δώσουν στον καπιταλισμό κάτι που είναι αντίθετο προς τη φύση του, δηλαδή, ένα “ανθρώπινο πρόσωπο”, δεν είναι καθόλου αθώες, γιατί προσπαθούν να κρύψουν το χαοτικό και καταστροφικό χαρακτήρα του, και με αυτό τον τρόπο να τον εμφανίσουν ως ένα αιώνιο, διαχρονικό-υπεριστορικό σύστημα, κάτι σαν “μοίρα” της ανθρωπότητας, που δεν μπορούμε να την αλλάξουμε και συνεπώς δεν έχουμε άλλη επιλογή από το συμβιβασμό και την υποταγή. Όμως και ο καπιταλισμός δεν είναι παρά μια παρένθεση, έστω μια διακλάδωση, όπως λέει ο Πριγκοζίν, στην ιστορία της ανθρωπότητας, η οποία μπορεί και πρέπει να κλείσει, γιατί η ανθρωπότητα υπήρξε και πριν και σίγουρα θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά τον καπιταλισμό.

Βέβαια στα πλαίσια της αμεσοδημοκρατικής επιλογής της κοινωνίας για μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, είναι προφανές πως αλλάζει ριζικά τόσο η οικονομική φιλοσοφία όσο, κατά συνέπεια και η δομή της οικονομίας, αφού στο επίκεντρό της δεν θα βρίσκονται τα κέρδη των επιχειρηματιών, που δεν θα υπάρχουν, αλλά το κοινωνικό συμφέρον και η ευημερία των πολιτών, που και τα δυό μαζί αποτελούν το εθνικό συμφέρον. Έτσι στο μεταβατικό στάδιο της αποκαπιταλιστικοποίησης της οικονομίας, κάποιοι κλάδοι θα γίνουν περιττοί, άχρηστοι γιατί εξυπηρετούσαν την καπιταλιστική τάξη και εξουσία και θα πρέπει να καταργηθούν, κάποιοι θα αναπροσανατολιστούν παραγωγικά, κάποιοι άλλοι θα ενισχυθούν και κάποιοι νέοι θα δημιουργηθούν, προκειμένου να επιτευχθεί ο μεγαλύτερος δυνατός βαθμός αυτάρκειας και ευημερίας του πληθυσμού της κάθε χώρας , αλλά και της ισότιμης συνεργασίας μεταξύ των Λαών.

Αποκαπιταλιστικοποίηση της κοινωνίας

«Δεν υπάρχει εξωκοινωνικός άνθρωπος. δεν υπάρχει ανθρώπινο ‘άτομο’ ως

α-κοινωνική, εξωκοινωνική ή προκοινωνική ‘ουσία’, ούτε ως πραγματικότητα

ούτε ως συγκροτημένη φαντασία»

Κορνήλιος Καστοριάδης

Αποκαπιταλιστικοποίηση της κοινωνίας σημαίνει πρώτα-πρώτα κατάργηση όλων των θεσμών και δομών που επιτρέπουν σε μια απειροελάχιστη μειονότητα να πλουτίζει σε βάρος της λιμοκτονούσας αποφασιστικής πλειονότητας των κατοίκων του πλανήτη και προχωρώντας στην απόλυτη κοινωνικοποίηση όλων των μορφών, των πηγών, των μέσων και των δικτύων παραγωγής και διανομής του πλούτου, με ένα Νέο Σχέδιο για τον Άνθρωπο και την Κοινωνία του, που θα κατοχυρώνεται με ένα Νέο Καταστατικό Χάρτη της χώρας και στην πορεία με μια Οικουμενική Χάρτα για ένα Ουμανιστικό Πολιτισμό. “Η απανθρωπιά δεν συζητιέται, απορρίπτεται… Είναι καιρός η πάλη ενάντια στην απανθρωπιά να παραχωρήσει τη θέση της σε προτάγματα κοινωνίας, όπου ο εξανθρωπισμός του κόσμου γίνεται ένα με τον ατομικό εξανθρωπισμό”36 που θα αποτυπώνεται, αλλά και θα προκύπτει από μια ουμανιστική κοσμοθεώρηση και ανθρωποκεντρική κοινωνική φιλοσοφία.

Αποκαπιταλιστικοποίηση της κοινωνίας σημαίνει επίσης και κατά κύριο λόγο ‘αποαποικιοποίηση του κοινωνικού φαντασιακού’, δηλαδή αποϊδεολογικοποίηση της κοινωνίας, δηλαδή, αποδυνάμωση και αποβολή όλων των θρησκευτικών, οικονομικών και ψευδοεπιστημονικών μύθων, των ταξικών πολιτικών ιδεολογιών και των ιερατείων που πλουτίζουν εμπορευόμενα, ψευδή ‘γνώση’ και συνειδητά απατηλή πίστη, παραπληροφόρηση, ανοησίες, ουσίες και εξουσίες. Πράγμα, όμως, που δεν μπορεί να γίνει με ‘επαναστατικά’ διατάγματα, με διοικητικά φιρμάνια και με αφορισμούς, αλλά με τη διάχυση της επιστημονικά έγκυρης και κοινωνικά χρήσιμης γνώσης37 σε όλα τα κύτταρα της κοινωνίας ,για την απελευθέρωση της νοημοσύνης, της κριτικής σκέψης και του ελεύθερου στοχασμού, για την επανάκτηση της αυθεντικής κοινωνικής Εαυτότητας στα πλαίσια του αυτοπροσδιοριζόμενου Εμείς και της κοινωνικής-οικουμενικής συνείδησης του ανθρώπινου όντος, ως συγκεκριμένου πολίτη.

Αποϊδεολογικοποίηση της κοινωνίας σημαίνει, ακόμα, ιδεολογικός αφοπλισμός της καπιταλιστικής εξουσίας, πράγμα που προϋποθέτει την ανατροπή της πολικής ‘διαίρει και βασίλευε’ των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού που επιχειρεί το Κεφάλαιο και μέχρι σήμερα το καταφέρνει με αποτέλεσμα να φέρνει τη μια κατηγορία εργαζόμενων ενάντια στην άλλη, πράγμα που δημιουργεί ενδοταξικό εμφύλιο πόλεμο και τελικά οδηγεί στην εξάντληση και στην υποταγή των εργαζόμενων. Αυτή η τεχνητή πολυδιάσπαση των δυνάμεων της Εργασίας της Επιστήμης και του Πολιτισμού γίνεται δυνατή χάρη στην καλλιεργημένη ψευδαίσθηση πως κάποιες κατηγορίες εργαζόμενων μπορούν να διεκπεραιώνουν παράλληλα με τα πρακτικά καθήκοντά τους στον τεχνικό καταμερισμό της εργασίας και καθήκοντα κοινωνικού καταμερισμού για λογαριασμό της εργοδοσίας στη βάση κάποιας προνομιακής και μισθολογικής διαφοροποίησης τους από τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Αυτή η τεχνητή πολυδιάσπαση των εργαζόμενων μπορεί και πρέπει να ξεπεραστεί με κοινωνικοπολιτικούς όρους, δηλαδή με τη συνειδητοποίηση της ανάγκης να ξεπεραστούν οι όποιες δευτερογενείς τεχνητές αντιθέσεις μεταξύ των εργαζόμενων, αλλά και της αναγκαιότητας της ενιαίας οργάνωσης του κοινωνικού αγώνα στη βάση της κυρίαρχης αντίθεσης μεταξύ Κεφαλαίου, καπιταλιστικού κράτους και Εργασίας. Στο βαθμό που θα κατακτιέται αυτή η συνειδητοποίηση και θα μετασχηματίζεται σε ενιαία αλλά αποκεντρωμένη και αντιπυραμιδική έκφραση του αντικαπιταλιστικού αγώνα, στον ίδιο βαθμό θα καταρρέει η ιδεολογική ηγεμονία της κυρίαρχης τάξης πάνω στην εργαζόμενη κοινωνία, θα συντελείται ο ιδεολογικός, ο ηθικός και ο πολιτικός αφοπλισμός της εξουσίας του Κεφαλαίου, θα υπερθερμαίνονται οι θεσμοί, θα αποσυντίθενται όλοι οι μηχανισμοί κυριαρχίας και καταστολής και θα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μια ομαλή αποκαπιταλιστικοποίηση της κοινωνίας και της ανθρωπότητας.

Αποκαπιταλιστικοποίηση-αποπαγκοσμιοποίηση του πλανήτη

«Σίγουρα, υπάρχει ταξικός πόλεμος, αλλά η δική μου τάξη, η τάξη των πλουσίων

είναι αυτή που κάνει τον πόλεμο και προς το παρών κερδίζουμε»

Warren Buffett

Με την ηγεμονική στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου για την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, υπό ένα ενιαίο κέντρο αποφάσεων, επιδιώκεται αφενός η δυναμική αντιμετώπιση των ενδοκαπιταλιστικών κρίσεων μέσω του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας με απώτερο στόχο την πλήρη καθυπόταξη των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού μέσω της παραπληροφόρησης, της παραπλάνησης, του Φόβου, της θεσμικής και δομικής βίας, της φτώχειας, της ανεργίας, της βίας, της τρομοκρατίας και τελικά με τη βαρβαρότητα των τοπικών και ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων καταστολής.

Η βίαιη επιβολή της παγκοσμιοποίησης έχει σχεδόν μηδενίσει τα περιθώρια για εθνικό αυτοπροσδιορισμό των Λαών και για κοινωνική αυτοδιεύθυνση των εργαζόμενων σε μια μόνο χώρα. Αυτή η πραγματικότητα, πέρα από την κοινότητα των συμφερόντων των Λαών, επιβάλλει το συντονισμό της δράσης των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού σε διεθνή κλίμακα με στόχο την αποσταθεροποίηση των πιο αδύναμων κρίκων του καπιταλισμού, πράγμα που θα επιτρέψει τη συνολική αποσταθεροποίηση του συστήματος. Η δεκαετία που ακολουθεί μπορεί να αποδειχθεί ως το σημείο της μεγάλης καμπής της ιστορίας της ανθρωπότητας, γιατί όπως αποκαλύπτεται σταδιακά, από την εξέλιξη της τρέχουσας μεγάλης συστημικής κρίσης του καπιταλισμού, η βίαιη παγκοσμιοποίηση μπορεί να αυξάνει τους δεσμούς μεταξύ των μεγάλων οικονομικών συγκροτημάτων που συνθέτουν το ηγεμονικό κεφάλαιο, το σκληρό πυρήνα της παγκοσμιοποίησης, μειώνει όμως θεαματικά την επιρροή του πάνω στην εργαζόμενη κοινωνία-ανθρωπότητα, ακόμα και σε κοινωνικά στρώματα μικρομεσαίων επιχειρηματιών που αποδεκατίζονται στο βωμό του καταστροφικού ανταγωνισμού. Αυτή η εξέλιξη μπορεί να οδηγήσει και τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς της Δημόσιας Διοίκησης και των κατασταλτικών δυνάμεων σε αποστασιοποίηση από την καπιταλιστική εξουσία, πράγμα που μπορεί, στη βάση ενός νέου οράματος της ανθρωπότητας για αποπαγκοσμιοποίηση, να οδηγήσει την εργαζόμενη κοινωνία στην επιλογή της να χτυπήσει θανάσιμα στην αχίλλειο πτέρνα της, την παγκοσμιοποίηση μέσω της απκαπιταλιστικοποίησης. Η απόφαση μιας κοινωνίας να καταργήσει την πηγή κάθε κακοδαιμονίας, δηλαδή την κοινωνική ανισότητα, κοινωνικοποιώντας μια κι’ έξω, όλα τα μέσα παραγωγής μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια παγκόσμιας εμβέλειας αποκαπιταλιστικοποίηση, που θα ανοίξει το δρόμο για την κοινωνική αυτοδιαχείριση της οικονομίας και την αυτοδιεύθυνση της κοινωνίας. Οι κοινωνίες ήταν πάντα ισχυρότερες και από τα πιο ισχυρά εκμεταλλευτικά συστήματα. Ακόμα κι’ αν κάποτε αργούσαν, ποτέ δεν παρέλειψαν να το δείξουν.

Αποκαπιταλιστικοποίηση σημαίνει πρώτα και κύρια κατάργηση του κεφαλαίου σε κάθε πιθανή και απίθανη μορφή, σε κάθε πιθανή και απίθανη γωνιά του πλανήτη και συνακόλουθα κατάργηση κάθε πιθανής και απίθανης μορφής μισθωτής δουλείας, για την πλήρη απελευθέρωση της δημιουργικής ανθρωπίας. Σημαίνει, ότι για να καταστρέψουμε οριστικά το άχρηστο και επικίνδυνο καπιταλιστικό σύστημα, που αχρηστεύει εμάς και τον ανθρώπινο πολιτισμό, θα πρέπει να γίνουμε με την συνειδητή συμμετοχή μας σε όλες τις κοινωνικές διεργασίες χρήσιμοι, γιατί μόνο με τη δική μας ατομική και συλλογική χρησιμότητα, θα καταστραφεί το άχρηστο σύστημα που μας αχρηστεύει και θα μπορέσει να οικοδομηθεί ένα χρήσιμο κοινωνικοοικονομικό σύστημα, ένας καλύτερος κόσμος.

Αποκαπιταλιστικοποίηση σημαίνει, τέλος, πως παράλληλα με όλα τα παραπάνω μέτρα εφαρμόζουμε και ολοκληρώνουμε σταδιακά την Άμεση Δημοκρατία σε τοπικό επίπεδο, την Ομοσπονδιακή Συμβουλιακή Δημοκρατία σε περιφερειακό επίπεδο, τη Συνομοσπονδιακή Συμβουλιακή Δημοκρατία σε εθνικό επίπεδο και την Οικουμενική Ουμανιστική Συνεργασία, η οποία συσπειρώνει αλληλέγγυα όλα τα έθνη, όλους τους Λαούς και όλους τους Πολιτισμούς του πλανήτη. Αυτό περίπου θα μπορούσε να είναι το περιεχόμενο και η μορφή της αυριανής ουμανιστικής κοινωνίας, όπως προκύπτει από τη μελέτη των άπειρων παραδειγμάτων της ιστορίας και γι’ αυτό δεν αποτελεί καμιά ουτοπία. Άλλωστε όσον αφορά στη μορφή έτσι είναι και σήμερα περίπου οργανωμένη η ανθρωπότητα, μόνο που στερείται του ουμανιστικού περιεχομένου της, επειδή είναι μια ανελεύθερη και βίαιη μορφή ‘από τα πάνω’, για να εξυπηρετεί ‘τους από πάνω’ και σε βάρος ‘των από κάτω’. Τη διαφορά στο περιεχόμενο τη δίνει το γεγονός πως οι από κάτω δεν θέλουν να αναποδογυρίσουν την πυραμίδα και να γίνουν αυτοί τα νέα αφεντικά της κοινωνίας-ανθρωπότητας, αλλά να καταργήσουν την κοινωνική και κάθε άλλη οικονομική, φυλετική, θρησκευτική, πολιτισμική πυραμίδα.

Κι’ αυτό γιατί σήμερα οι συνθήκες ωρίμασαν για να γίνει πραγματικότητα το όνειρο όλων των εποχών, όλων των γενεών, όλων των Λαών και όλων των ανθρώπων για την οικονομική-κοινωνική ισότητα. «Η ύπαρξη της κοινωνίας επιτάσσει αμερόληπτα να λήξει ο αγώνας που θέλει την ιδιοκτησία σκοπό και τέλος, γιατί αυτός ο αγώνας περιέχει το σπέρμα της αυτοκαταστροφής. Δημοκρατία στη διακυβέρνηση, αδερφότητα στην κοινωνία, ισότητα στα δικαιώματα, καθολική εκπαίδευση προδηλώνουν το εγγύς ανώτερο επίπεδο της κοινωνίας στο οποίο η εμπειρία, η διάνοια και η γνώση τείνουν σταθερά. Αυτό θα είναι μια αναβίωση μέσα σε μια υψηλότερη μορφή της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφότητας των αρχαίων γενών»38. Αυτή η επιταγή της κοινωνίας έχει κατανοηθεί πλήρως και από εκείνους που θα ήθελαν να την αποφύγουν. Ο μεταφραστής και εκδότης του ‘Καπιταλιστικού Μανιφέστου’, γραφεί στον πρόλογό του: «Όλοι μας ξέρουμε βέβαια πως δεν μπορεί, δεν γίνεται να μην δοθεί τελικά μια όποια λύση και διαισθανόμαστε πως κατ’ ανάγκη στο τέρμα του δρόμου, μας περιμένει η αταξική κοινωνία. Η προοδευτική εξίσωσή μας μπροστά στις μηχανές και τη βιομηχανική παραγωγή είναι από τα πιο σίγουρα σημάδια πως την κοντοζυγώνουμε. Άλλωστε η αναζήτησή της είναι συνυφασμένη με τα ιδανικά των εργαζόμενων ανθρώπινων. Αν η ανθρωπότητα κατέκτησε μέχρι σήμερα την πολιτική ισότητα και ελευθερία, αν η ιδιότητα του πολίτη …είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη υπόσταση, δεν παύουμε ωστόσο να αισθανόμαστε σαν αναγκαίο παραπλήρωμά της την οικονομική ισότητα και ελευθερία… Δεν βλάπτει να θυμόμαστε τη χιλιοειπωμένη, μα για τούτο όχι λιγότερο ζωντανή παραβολή, πως ‘τα ποτάμια δεν γυρίζουν πίσω’. Σίγουρα, λοιπόν, στο τέρμα του δρόμου περιμένει η αταξική κοινωνία. Το θέμα είναι όμως ποιος είναι ακριβώς ο δρόμος που οδηγεί σ’ αυτή με πιότερη άνεση, ασφάλεια και συνέπεια και προπαντός με σεβασμό προς την ίδια την υπόσταση και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου»39.

Το κύτταρο, το βασικό δομικό στοιχείο της αταξικής κοινωνίας και του ουμανισμού είναι η τοπική Άμεση Δημοκρατία Παντού, για την οποία όλο και συχνότερα γίνεται λόγος τα τελευταία χρόνια. Και φυσικά αφού η Δημο-κρατία αναφέρεται βασικά στο Δήμο, παραμένει πρωταρχικής σημασίας ο ορισμός ενός σύνθετου κριτηρίου για το ελάχιστο και το μέγιστο γεωγραφικό και πληθυσμιακό μέγεθος του Δήμου. Επειδή, όμως, κάποιοι την ταυτίζουν με το σύστημα των ‘αυτοδιοικούμενων’ ελβετικών καντονιών και τα συχνά δημοψηφίσματα40 και άλλοι την ταυτίζουν με τις ‘λαϊκές συνελεύσεις’ της Κούβας του Κάστρο, ή της ‘Τζαμαχερίας’ του Καντάφι, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί, για μια ακόμα φορά, πως σε συνθήκες καπιταλισμού δεν μπορεί να υπάρξει Άμεση Δημοκρατία, παρά μόνο ως γελοιογραφία της, γιατί ο καπιταλισμός είναι ταυτισμένος με την ανισότητα, την κλοπή, τη διαπλοκή, την πανουργία, την εκμετάλλευση, την ανελευθερία, τη σπατάλη, το Φόβο, τη διάσπαση, τον αποπροσανατολισμό, τη βία και τον πόλεμο. Η Άμεση Δημοκρατία προϋποθέτει το τέλος του καπιταλισμού, το τέλος του κεφαλαίου, ως κοινωνική σχέση41, σημαίνει δηλαδή την απόλυτη κοινοκτημοσύνη42, κοινωνική αυτοδιαχείριση της όποιας οικονομικής δραστηριότητας για την ευημερία όλων και άμεση κοινωνική αυτοδιεύθυνση43 σε όλα τα επίπεδα, για τη συλλογική διασφάλιση της ισότητας-ελευθερίας των ατόμων, για την αυτενεργή ανάπτυξη όλων των Λαών και των τοπικών πολιτισμών και τη διασφάλιση της οικουμενικής ειρήνης και της προοπτικής της ανθρωπότητας.

Με όσα ελάχιστα και συνοπτικά παρουσιάστηκαν σ’ αυτό το κείμενο, νομίζω πως καταλήγουμε σε μια ακλόνητη διαπίστωση, σύμφωνα με την οποία ο αταξικός, ο ουμανιστικός σοσιαλισμός της Άμεσης Δημοκρατίας είναι, ως όραμα, αγώνας και αγωνία, η μόνιμη σταθερά στον κώδικα της ιστορίας της ανθρωπότητας. Και έτσι απαντήθηκε το ένα ερώτημα σχετικά με το «από που ερχόμαστε και που υπάρχει ένα τέτοιο σύστημα», αφού γνωρίζουμε πως αυτό το σύστημα είναι δυναμικά και σταθερά παρόν σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας και σταδιακά ολοκληρώνεται στο βαθμό που απελευθερώνονται και κοινωνικοποιούνται οι επιστήμες και η τεχνολογία, αλλά και στο βαθμό που αυτή η εξέλιξη εκφράζεται σε αντίστοιχα επίπεδα κοινωνικής συνειδητότητας.

Ο Ilya Prigogine ορίζοντας το βέλος του ιστορικού χρόνου, ως πορεία από το παρελθόν προς στο μέλλον, όριζε ταυτόχρονα τους διάφορους διαδοχικούς τρόπους οργάνωσης της κοινωνίας ως διακλαδώσεις αυτής της πορείας, που κλείνουν τον κύκλο τους για να προκύψουν νέες διακλαδώσεις. «Οι κοινωνίες είναι εξαιρετικά πολύπλοκα συστήματα, όπου υπεισέρχεται ένας τεράστιος αριθμός διακλαδώσεων, όπως δείχνει η ποικιλία πολιτισμών που αναπτύχθηκαν στο σχετικά σύντομο διάσημα της ιστορίας του ανθρώπου. Ξέρουμε ότι τέτοια συστήματα έχουν μεγάλη ευαισθησία στις διακυμάνσεις. Αυτό αποτελεί ελπίδα, γιατί ακόμα και μικρές διακυμάνσεις μπορούν να ενισχυθούν και να αλλάξουν τη συνολική δομή και επομένως η ατομική δραστηριότητα δεν είναι καταδικασμένη σε ασημαντότητα… Σήμερα χρειαζόμαστε νέες σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και στη Φύση και ανάμεσα στους ανθρώπους…»44. Ο διάλογος, γύρω από το πώς συντελείται η εξέλιξη των κοινωνιών και της ανθρωπότητας συνολικά και το που οδηγεί αυτή η αργόσυρτη και βασανιστική εξέλιξη έχει σχεδόν ολοκληρωθεί σε επίπεδο επιστημών και επιστημόνων που σέβονται τον κοινωνικό-ανθρωπιστικό ρόλο τους και την επαναστατική αποστολή τους. Με βάση την Κοινοκτημοσύνη εξασφαλίζεται η Ισότητα, με βάση την Ισότητα χτίζεται η Δικαιοσύνη και η Άμεση Δημοκρατία και με βάση την Άμεση Δημοκρατία εξασφαλίζεται η Ελευθερία και με όλα αυτά μαζί χτίζεται η παγκόσμια Ειρήνη και ο Οικουμενικός Ουμανιστικός Πολιτισμός, σε τοπική, εθνική και οικουμενική κλίμακα.

Εκείνο που απομένει, για να καρπίσει αυτή η σπορά, είναι να κατεβεί στη διψασμένη για γνώση κοινωνία και να μετασχηματισθεί σε επίγνωση, σε όραμα και σε δράση ολόκληρης της κοινωνίας-ανθρωπότητας. Αυτή όμως τη σπορά δεν μπορούμε να την περιμένουμε από τους μηχανισμούς και τους ντελάληδες του καπιταλισμού, γιατί αυτή είναι το ιστορικό χρέος των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, δηλαδή του καθενός μας ξεχωριστά και όλων μας μαζί και με αυτές τις διαπιστώσεις δίνεται η απάντηση στο άλλο καίριο ερώτημα “που πάμε”, φτάνει να αποφασίσουμε πως ‘δεν θέλουμε άλλο να μας πάνε’, γιατί επιλέξαμε να πάμε μόνοι μας εκεί που εμείς θέλουμε, γιατί ξέρουμε που θέλουμε να πάμε. Σήμερα η ανθρωπότητα χρειάζεται ένα καινούργιο μεγάλο όραμα, μια νέα “μεγάλη σημαία”45 με προοπτική την έξοδο από τον καπιταλισμό. Οι κατατεθειμένες στο Ταμιευτήριο της Ιστορίας εμπειρίες της ανθρωπότητας, δείχνουν πως, «αυτό που σήμερα προέχει είναι η πίστη στη φυσική ενότητα της ανθρωπότητας με στόχο την επίτευξη, μέσω του ορθού Λόγου, ενός νέου ανθρωπισμού. Είναι ανάγκη να ξεπεραστούν οι διαφορές που χωρίζουν τους ανθρώπους, προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια πραγματική διανθρώπινη και διαπολιτισμική επικοινωνία. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε, ‘ότι ο προορισμός της ζωής στη γη είναι κοινός, πέρα από φυλές, τάξεις, έθνη και φύλα’, γιατί μόνον έτσι είναι δυνατό να επικρατήσει η ανθρώπινη αλληλεγγύη και να θεμελιωθεί η παγκόσμια κοινότητα ανθρώπων. Χρειαζόμαστε γι’ αυτό ένα νέο πολιτικό Διαφωτισμό, απελευθερωμένο από τις ταξικές αγκυλώσεις της αστικής κοινωνίας. Έναν ορθολογικό Ουμανισμό χωρίς ευρωκεντρικές παρωπίδες, που θα αντανακλά τις ανάγκες της ανθρωπότητας στο σύνολό της και δεν θα καταδικάζει δισεκατομμύρια συνανθρώπων μας στην πείνα και στην εξαθλίωση, χάριν της μονομερούς προώθησης του τεχνικού πολιτισμού που στερείται οραμάτων και αξιών. Η διαλεκτική της προόδου, όπως αυτή εξελίσσεται μέσα από τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δεν οδηγεί σε καμιά περίπτωση στη χειραφετημένη κοινωνία της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Θα πρέπει ωστόσο να σώσουμε την έννοια της προόδου, αφού πρώτα την απαλλάξουμε από το ζουρλομανδύα της ξέφρενης και ανεξέλεγκτης επιστημονικοτεχνικής επανάστασης, υποτάσσοντάς την στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κοινωνικού συνόλου»46.

Καταλήγοντας γίνεται κατανοητό πως σήμερα στον 21ο αιώνα η ανθρωπότητα δεν αντιμετωπίζει διλήμματα όπως φιλελευθερισμός, ή σοσιαλδημοκρατία, κεϋνσιανισμός, η κρατικός καπιταλισμός, καπιταλισμός ή ‘σοσιαλισμός’ τριτοτεταρτοδιεθνιστικής κοπής, γιατί αυτά αναφέρονται στον 19ο και στον 20ο αιώνα και η ιστορία τα έχει ξεπεράσει. Σήμερα η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με το δίλημμα παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου, παγκόσμιος φασισμός και καπιταλιστική βαρβαρότητα από τη μια μεριά ή Αταξική Κοινωνία και Οικουμενικός Ουμανισμός από την άλλη.

Γι′ αυτό δεν υπάρχουν πια περιθώρια για μεσοβέζικες κρυπτοσοσιαλδημοκρατικές λύσεις και για “αριστερή διαχείριση του καπιταλισμού”, με ή χωρίς τις ευλογίες του πάπα και της “Νέας Ρώμης, γιατί αυτοί είναι “οι άλλοι”. Η απελευθέρωση της κοινωνίας και της ανθρωπότητας από τον καπιταλισμό περνάει μέσα από τη σταδιακή αλλά ταυτόχρονα και ριζική και καθολική αποκαπιταλιστικοποίση του πλανήτη. Κι′ αυτό δεν είναι έργο των άλλων, των GX?, των αστικών κοινοβουλίων και των “πρωτοποριών”, αλλά δικό μας, δηλαδή των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, γιατί η καμπάνα δεν χτυπάει για τους άλλους, αλλά οι άλλοι την χτυπούν για μας.

_________________________________________

Παραπομπές:

1 Προυντόν Πιέρ Ζοζέφ, Τι είναι ιδιοκτησία, ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΔΗΣ, Αθήνα χ. χ., σελ. 284-311.

2 Bakounin Michael, Για ένα αντιεξουσιαστικό σοσιαλίσμό, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, Αθήνα χ. χ.

3.Sana Heleno, Η κοινωνία της αυτοδιεύθυνσης και οι εχθροί της, Εκδόσεις Στήσει Εκπίπτοντες.

4 Μονοπάτια στην Ουτοπία, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΗΣΙΔΕΣ, Σκόπελος 2000 , σελ. 59.

5 “Η από κοινού κατανάλωση έχει μεγάλη δύναμη να ενώνει τους ανθρώπους και όπως γνωρίζουμε από την αρχαιότητα δεν υπάρχει καλύτερο σύμβολο κοινοτικής ζωής από το συμπόσιο», Μπούμπερ Μάρτιν, Μονοπάτια στην Ουτοπία…, ό. π., σελ. 96.

6 Ό. π., σελ. 168.

7 Βλέπε σχετικά: Μανιτάκης Αντώνης, Η έννοια του πλήθους και η ουτοπική προοπτική της παγκόσμιας δημοκρατίας, με αφορμή τη «Δημοκρατία του πλήθους» στο έργο του Νέγρη, στο: Δημοκρατία μεταξύ ουτοπίας και πραγματικότητας. Μελέτες χαριστικές στο Ζήση Παπαδημητρίου, ΣΑΒΒΑΛΑΣ, Αθήνα 2011, σελ. 27-51.

8 Για μια διεξοδικότερη προσέγγιση βλέπε: Οικονόμου Γιώργος, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη Δημοκρατία, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.

9 Αυτή η θέση ξεκινάει από την εξουσιαστική αντίληψη περί κοινωνίας, ως ενιαίας αδιαμόρφωτης μάζας, η οποία δεν μπορεί να αυτοκυβερνηθεί και γι’ αυτό ‘χρειάζεται’ κάποια εξουσία να την κυβερνήσει. Οι κοινωνικές πραγματικότητες όμως δεν μπορούν να κατανοηθούν παρά μόνο στις ιστορικές χωροχρονικές διαστάσεις τους. Και από αυτή την άποψη η αρχαία Αθήνα ήταν για εκείνη την εποχή, σε αναλογία με τη σύγχρονη πραγματικότητα, μια πολύ μεγάλη κοινωνία 318 χιλιάδων ανθρώπων, από τους οποίους οι 165.000 ελεύθεροι πολίτες, 120.000 δούλοι και 33.000 μέτοικοι, Παρασκευόπουλος Νίκος, «Όσα δεν φτάνει η Αλεπού…». (Η αμηχανία της σύγχρονης κριτικής στην Αθηναϊκή Δημοκρατία), στο: Η Δημοκρατία μεταξύ Ουτοπίας και πραγματικότητας. Μελέτες χαριστικές στον Ζήση Παπαδημητρίου, ΣΑΒΒΑΛΑΣ, Αθήνα 2011, σελ. 219.

10 Παραπέρα η πληθυσμιακή αντίληψη για τη λειτουργία της άμεσης δημοκρατίας παραγνωρίζει το γεγονός πως όλες οι κοινωνίες, μικρές ή μεγάλες αναπτύσσονται στη βάση κάποιας δυναμικής εσωτερικής διάρθρωσης. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία στηρίζονταν σε μια τέτοια πολύπλοκη και πολυδύναμη εσωτερική διάρθρωση, η οποία για να μην δημιουργεί σχέσεις κυριαρχίας της μιάς δομής σε βάρος των υπόλοιπων, υπόκεινταν, σε μια διαρκή δυναμική αναδιάταξη των δομικών της στοιχείων με αποτέλεσμα να βελτιώνεται συνεχώς και να διαρκεί στο χρόνο. Τέλος αυτή η αντίληψη παραγνωρίζει το γεγονός της ταύτισης του Δήμου με το ‘πλήθος’ των πολιτών της μικρής ή της μεγάλης πόλης, το οποίο πλήθος είχε ενεργό ρόλο και δραστήρια παρουσία στα τεκταινόμενα στο ‘δημόσιο χώρο’, δηλαδή στην τοπική και στην κεντρική Αγορά, καθώς επίσης και στην Εκκλησία της Πόλης. Το πλήθος στο δημόσιο χώρο, στην Αγορά και στη συνέλευση της Εκκλησίας της Πόλης δεν ήταν παρά «Δήμος εν συνελεύσει» ή και το ταυτόσημο «πλήθος εν συνελεύσει», «…ότι δε δει κύριον είναι μάλλον το πλήθος ή τους αρίστους μεν ολίγους, δόξειεν αν λύεσθαι και τιν’ έχειν απολογίαν, τάχα δε καν αλήθειαν. Τους γαρ πολλούς ων έκαστός εστιν ου σπουδαίος ανήρ, όμως ενδέχεται συνελθόντας είναι βελτίους εκείνων ουχ ως έκαστον αλλ’ ως σύμπαντας», Αριστοτέλης, αναφέρεται στο: Μανιτάκης Αντώνης, Η έννοια του πλήθους και η ουτοπική προοπτική της παγκόσμιας δημοκρατίας, ό. π., σελ. 45, υποσημείωση 45.

11 «Το κίνημα για την αυτοδιεύθυνση δεν θα μπορέσει να αναπτυχτεί αν δεν εξουδετερώσει προηγουμένως τη φαύλη ηγεμονία που ασκεί σήμερα η θεσμική αριστερά. Η μονοπώληση της εργατικής συνείδησης από τα σοσιαλδημοκρατικά, σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα αποτελεί ένα από τα πρωταρχικά εμπόδια για την εγκαθίδρυση του συστήματος της αυτοδιεύθυνσης… Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε ότι το βασικό κίνητρο των πολιτικών κομμάτων, όσο αριστερά κι’ αν ισχυρίζονται πως είναι, είναι η διαιώνιση του διαχωρισμού μεταξύ της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας και η ηγεμονία της πρώτης πάνω στη δεύτερη» και συνολικά πάνω στην κοινωνία, Sana Heleno, Η κοινωνία της αυτοδιεύθυνσης και οι εχθροί της, Εκδόσεις «Στάσει Εκπίπτοντες», σελ. 34-36.

12 Για μια αντίστοιχη ανάλυση βλέπε, Harnecker Martha, Πραγματοποιώντας το αδύνατο, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ, Αθήνα 2007, σελ. 283 κ. επ.

13 Chomsky Noam, Περί αναρχισμού, ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2009.

14 Πλεχάνωφ Γκεόργκι, Αναρχισμός και Σοσιαλισμός, ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΔΗΣ, Αθήνα χ. χ.

15 Βλέπε σχετικά, Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.

16 Δαρβίνος Κάρολος, Η καταγωγή του ανθρώπου, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ, Αθήνα 2006, σελ. 209.

17 Έχοντας πάντα υπόψη μας πως, «οι αρχές (εξουσίες) μπορούν ενίοτε να πλάθουν, να κατευθύνουν, ακόμα και να δημιουργούν κοινωνικά κινήματα για τους δικούς τους σκοπούς», βλέπε στο: Neveu Erik, Κοινωνιολογία των κοινωνικών κινημάτων, ΣΑΒΒΑΛΑΣ, Αθήνα 2010, σελ. 245.

18 Ανώνυμος, Η επαναστατική απόλαυση του να σκέφτεσαι για τον εαυτό σου, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, Αθήνα 2001, σελ. 47.

19 «…Ο οικονομικός ανταγωνισμός μέσα στην κοινωνία υπάρχει επειδή οι κοινωνικοί θεσμοί αντικειμενικά επιτρέπουν (και επιβάλλουν) την οικονομική ανισότητα και το καθιερωμένο σύστημα αξίων αξιολογεί θετικά αυτούς που ‘‘έχουν’’ ή ‘‘κερδίζουν’’, και αρνητικά τους άλλους… Υπήρξε μια εποχή, όχι και τόσο μακρινή, που κάποιοι άνθρωποι μπορούσαν να σκοτώσουν ή να κάνουν οποιαδήποτε ατιμία για να τους δώσει ο βασιλιάς τίτλο ευγενείας. Εμείς σήμερα θα γελούσαμε με αυτήν την ιδέα… Δεν γελάμε όμως, όταν κάποιος είναι έτοιμος να σκοτώσει ή να κάνει οποιαδήποτε βρωμιά για να κερδίσει μερικά εκατομμύρια. Εκείνο που χρειάζεται είναι να γίνει η ιδέα: ‘‘εγώ κερδίζω περισσότερα από σένα’’ τόσο γελοία όσο και η ιδέα ‘‘εγώ είμαι καλύτερος από σένα, γιατί η προγιαγιά μου κοιμήθηκε με το βασιλιά, που έκανε τον προπάππο μου βαρόνο’’ (…) Η εξίσωση όλων των εισοδημάτων είναι… ένα από τα πρώτα μέτρα που πρέπει να πάρουν τα εργατικά ή άλλα συμβούλια… Αυτό το μέτρο δεν είναι μακρινό αποτέλεσμα, αλλά αρχικό μέσον για να καταργηθεί, να κοπεί σύρριζα η ‘‘οικονομική’’ ή ‘‘οικονομίστικη’’ νοοτροπία― αυτή που μας κάνει να θέλουμε να πάρουμε περισσότερα από τους άλλους ή να θέλουμε να πάρουμε την τάδε θέση για να πάρουμε περισσότερα από τους άλλους.(…) Είναι ανάγκη να καταστραφεί η οικονομική νοοτροπία και όλο το σύστημα ψυχικών κίνητρων και ‘‘αξίων’’ που είναι συνυφασμένο μαζί της… Σήμερα, σ’ αυτή την καπιταλιστική κοινωνία, τα 9/10 του κοινωνικού προϊόντος πηγαίνουν σε ανάγκες τις οποίες καθορίζει η ίδια η παραγωγή και επιβάλλονται στους καταναλωτές είτε μέσω της διαφήμισης είτε απλώς μέσω του γνωστού κοινωνιολογικού φαινομένου: ‘‘έτσι κάνουν οι πλουσιότεροι, συνεπώς θα προσπαθήσω να κάνω έτσι κι εγώ’’. (…) Αυτή η κατασκευή … ανθρώπου που δεν ενδιαφέρεται παρά να καταναλώνει όλο και περισσότερα και είναι τελείως απαθής για τα κοινά, που διαμαρτύρεται π. χ για τη μόλυνση, αλλά βρισκόμενος μέσα σ’ ένα μποτιλιάρισμα πατάει γκάζι χωρίς αυτό να ωφελεί σε τίποτα, αυτός ο νέος ανθρωπολογικός τύπος που δημιουργείται από τη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία θα πρέπει να αναρωτηθούμε εάν είναι κάτι που το θεωρούμε άξιο και έγκυρο, και αν αυτοί είναι άξιοι σκοποί της κοινωνίας και αν νομίζουμε ότι φυτρώσαμε σ’ αυτή τη γη απλώς και μόνο για να μπορούμε να αλλάζουμε τηλεόραση κάθε τρία χρόνια…», Καστοριάδης Κορνήλιος, Ο Θρυμματισμένος Κόσμος, Εκδόσεις ‘Ύψιλον Βιβλία’, Αθήνα 1992, σελ. 155-160.

20 «Όταν η σκέψη μας σπάζει τις αλυσίδες με τις οποίες όλοι οι ενδιαφερόμενοι, κυβερνήτες, νομοθέτες, κλήρος, ‘ως προαιώνιοι εχθροί της’, την είχαν επιμελώς δέσει, τότε υποβάλλει σε αυστηρή κριτική κάθε τι που την είχαν διδάξει και αποκαλύπτει την κενότητα των θρησκευτικών, πολιτικών, νομικών και κοινωνικών προκαταλήψεων στους κόλπους των οποίων φυτοζωούσε, και ωθεί την έρευνα σε άγνωστα μονοπάτια, εμπλουτίζει τη γνώση με νέες απροσδόκητες ανακαλύψεις και δημιουργεί νέες επιστήμες», Κροπότκιν Πέτρος, Η αναρχική ηθική, ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, Αθήνα 2000, 2η έκδοση. Σελ. 15.

21 «Περίοδοι μεσοβασιλείας… επιβάλλουν ελεγχόμενες αταξίες που κάνουν να γίνεται επιθυμητή η παλινόρθωση της εξουσίας και μια αναμέτρηση ανάμεσα στους διεκδικούντες την εξουσία που επιτρέπει να εμφανισθεί ο πιο ισχυρός», Balandier George, Πολιτική Ανθρωπολογία…, ό. π., σελ. 115.

22 “Η θρησκεία και η ιδεολογία, απλές περηγοριές της ανικανότητας να αγαπήσουμε τους εαυτούς μας και να αγαπηθούμε, όπλισαν τις πιό θανατηφο΄ρες ςξαγνιστικές εκστρατείες”, Βάνεγκεμ Ραούλ, Γενική.., ό. π., σελ.102.

23 Ο ατομισμός είναι το προϊόν του διαχωρισμού ανάμεσα στον άνθρωπο και στον εαυτό του και ανάμεσα στους ανθρώπους μεταξύ τους”, ό. π., σελ. 105.

24 Για μια διεξοδική ανάλυση, βλέπε, Lambos Kostas, Abhängigkeit und fortgeschrittene Unterentwicklung dargestellt am Beispiel der Landwirtschaft Griechenlands, R. G. Fischer Verlag, Frankfurt am Main 1981

25 Βλέπε σχετικά, Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της παρακμής, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.

26 Βλέπε Meadows D. u. a. Die Grenzen des Wachstums. Bericht des Clubs of Rome zur Lange der Menschheit, Stuttgart 1972

27 Βλέπε σχετικά Λάμπος Κώστας, Εξάρτηση, προχωρημένη υπανάπτυξη και αγροτική οικονομία της Ελλάδας. Μια συμβολή στη μελέτη του (ελληνικού) περιφερειακού καπιταλισμού και των εναλλακτικών στρατηγικών ανάπτυξης, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΧΜΗ, Αθήνα 1983, σελ. 56 κ. επ.

28 Λατούς Σερζ, Το στοίχημα της αποανάπτυξης, ΒΑΝΙΑΣ, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 231-232.

29 «Αν αφαιρέσουμε από το νόμισμα μια από τις λειτουργίες του στην καπιταλιστική και προκαπιταλιστική οικονομία: εκείνη του οργάνου ατομικής συσσώρευσης πλούτου και απόκτησης μέσων παραγωγής, αυτό είναι άλλο πράγμα. Αλλά ως μονάδα αξίας και μέσο ανταλλαγής το νόμισμα είναι μεγάλη εφεύρεση, μεγάλη δημιουργία της ανθρωπότητας», ό. π., σελ. 233.

30 «Στα πλαίσια μιάς οικονομίας, όσο λίγο αναπτυγμένης και αν είναι η (αναγκαία) διαμεσολάβηση (ανταλλαγή) ονομάζεται αγορά. Εάν δημιουργήσουμε ορισμένες προϋποθέσεις (…) η αγορά μπορεί να γίνει ένα είδος μόνιμου δημοψηφίσματος, το οποίο θα επικυρώνει ή θα ακυρώνει τις αποφάσεις σχετικά με την παραγωγή. Είναι αυτό που ο φιλελεύθερος λόγος διατείνεται ότι κάνει η αγορά σήμερα, αλλά είναι αυτό το οποίο στην πραγματικότητα δεν γίνεται», ό. π., 233.

31 Όπως «η από-ανάπτυξη είναι ανοιχτά ενάντια στον καπιταλισμό…και… μια κοινωνία από-ανάπτυξης δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή δίχως έξοδο από τον καπιταλισμό. Πάντως η βολική φόρμουλα ‘έξοδος από τον καπιταλισμό’ δεν είναι καθόλου απλή», ό. π., σελ. 230 και 231.

32 Ό. π., σελ. 233-234.

33 Ό. π., σελ. 235.

34 «Ασφαλώς… μιλάμε για μια ‘α-μεγέθυνση’ (a-croissance), όπως μιλάει κανείς για α-θεϊσμό και όχι για α-ποανάπτυξη. Μολαταύτα σε κάθε περίπτωση, το θέμα είναι να βγούμε από τη μεγέθυνση και συνεπώς και από την ανάπτυξη», ό. π., 296.

35 Jackson Tim, Ευημερία χωρίς ανάπτυξη. Ένα εναλλακτικό μοντέλο διεξόδου από την κρίση, Κέδρος, Αθήνα 2011.

36 Βάνεγκεμ Ραούλ, Γενική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπινου όντος, Εκδόσεις ΒΑΝΙΑΣ, Θεσσαλονίκη 2007., σελ. 115.

37 «Η επιστήμη έκανε τον άνθρωπο κυρίαρχο των φυσικών δυνάμεων. Αυτή η κυριαρχία έκανε εφικτή την κοινωνική επανάσταση και προσφέρει τη βάση της νέας κοινωνίας. Οι παραγωγοί μπορούν να είναι κύριοι της εργασίας τους και της παραγωγής τους, μόνο αν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν κυριαρχικά τις επιστήμες. Επομένως η νέα γενιά πρέπει πρώτα απ’ όλα να διδαχθεί τις φυσικές επιστήμες και τις εφαρμογές τους. Η επιστήμη δεν θα είναι πιά, όπως στον καπιταλισμό, μονοπώλιο μιάς μικρής μειονότητας διανοουμένων, με την αμαθή μάζα περιορισμένη σε εξαρτημένες δραστηριότητες. Η επιστήμη στο σύνολό της θα είναι ανοιχτή για όλους», Πάννεκουκ, Άντον, Τα εργατικά Συμβούλια.., ό. π. σελ. 75.

38 Morgan Lewis Henry, Η αρχαία κοινωνία, ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΔΗΣ, Αθήνα χ. χ., σελ. 542.

39 Φαμπρικέζης Όθωνας, Πρόλογος του μεταφραστή, στο: Kelso Louis O. και Adler Mortimer J., Το Καπιταλιστικό Μανιφέστο, Εκδόσεις ΙΩ. ΚΑΜΠΑΝΑ, Αθήνα 1964., σελ. στ-ζ.

40 Βλέπε σχετικά, Λάμπος Κώστας, Για το μύθο και την πραγματικότητα της ελβετικής “Άμεσης Δημοκρατίας”, στο: http://tvxs.gr/news/user-post/gia-mytho-kai-tin-pragmatikotita-tis-elbetikis-amesis-dimokratias,

41 Lambos Kostas, The End of Capital and the Future of Work, in: http://coto2.wordpress.com/2009/09/29/the-end-of-capital-and-the-future-of-work/

42 Βέβαια κάποιοι απληροφόρητοι και δικαιολογημένα ανασφαλείς μικροϊδιοκτήτες, ακούγοντας για κατάργηση της ιδιοκτησίας και για απόλυτη κοινοκτημοσύνη θα κουμπωθούν και πιθανά θα αποστασιοποιηθούν από τη σχετική σκέψη. Αν πληροφορηθούν όμως πως το 60% περίπου του πλανήτη, με τάση ραγδαίας αύξησης αυτού του ποσοστού, είναι ιδιοκτησία μερικών εκατοντάδων μεγαλοκαπιταλιστών και ακόμα, αν πληροφορηθούν πως το 80% περίπου του πληθυσμού του πλανήτη δεν έχει καμιά απολύτως ιδιοκτησία, κανένα σοβαρό περιουσιακό στοιχείο και η ζωή του είναι εξαρτημένη από ελάχιστους τυχαίους παράγοντες, σε αντίθεση με τον θάνατό του που είναι εξαρτημένος από πάμπολλες ατυχείς φυσικές συγκυρίες και συχνότερα από τα φυλετικά, θρησκευτικά, ρατσιστικά, σοβινιστικά, εμφυλιοπολεμικά και ιμπεριαλιστικά πολεμικά ‘ατυχήματα’, τότε αργά ή γρήγορα θα αρχίσει ο καθένας να δουλεύει το θέμα στο μυαλό του, μέχρι να κατανοήσει πως κοινοκτημοσύνη σημαίνει ισότητα, ευημερία, ελευθερία, πραγματική δημοκρατία, ειρήνη, ευτυχία, σε αντίθεση με την ιδιοκτησία που σημαίνει ανισότητα, φτώχεια, εκμετάλλευση, βία, καταστροφή, πόλεμος, δυστυχία, βαρβαρότητα.

43 «…η ανθρωπότητα μπορεί να κάνει καλύτερα πράγματα, είναι ικανή να ζήσει κάτω από μια άλλη κατάσταση, την κατάσταση της αυτοκυβέρνησης. Υπό τις συνθήκες της σύγχρονης εποχής, οι μορφές της αυτοκυβέρνησης μένουν ασφαλώς να βρεθούν, καλύτερα: να δημιουργηθούν…», Καστοριάδης Κορνήλιος, Ο Θρυμματισμένος Κόσμος, Εκδόσεις ‘Ύψιλον Βιβλία’, Αθήνα 1992. σελ. 139.

44 Πριγκοζίν Ίλυα και Στέντζερς Ιζαμπέλ, Τάξη μέσα από το χάος. Ο νέος διάλογος του ανθρώπου με τη Φύση, ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 1986, σελ. 400.

45Αμίν Σαμίρ, Η δυνατότητα για ένα νέο διεθνισμό. Οι δυσκολίες για ένα δεύτερο σοσιαλιστικό κύμα, στο: Τετράδια, τεύχος 55-56/200.

46 Παπαδημητρίου Ζήσης, Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός, ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Αθήνα 2000, σελ. 133-134.

Η μεγάλη πορεία προς την αταξική δημοκρατία.

Κοινοτισμός και Λαϊκή εξουσία στην Ελλάδα.
Το ΕΑΜ και ο Κώδικας Ποσειδώνα

“Ο σοσιαλισμός οφείλει να είναι ριζοσπαστικός. Αυτό σημαίνει πως πρέπει
να φτάνει ώς τις ρίζες και η ρίζα είναι ο Άνθρωπος”.
Έριχ Φρομ

«Κανένα πρόβατο δεν σώθηκε βελάζοντας,
ακόμα κι όταν βέλαζε ‘αριστερά’».
Γκράφιτι στους δρόμους της Βάρκιζας

Στις πρωτόγονες κοινότητες ο ιδιωτικός και ο δημόσιος χώρος ήταν σχεδόν ταυτόσημες έννοιες και καταστάσεις, και συνεπώς τα μέλη τους ήταν όλα προσωπικώς παρόντα και δρώντα, αφού συμμετείχαν ισότιμα και ενεργά με τις σκέψεις, τις προτάσεις, αλλά και με τις αντιρρήσεις τους σε όλες τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων και φυσικά με την προσωπική συμμετοχή τους συνέβαλλαν στην καλύτερη δυνατή υλοποίησή τους. Η κοινότητα, συμπεριλαμβάνοντας όλα τα μέλη της στο ενιαίο δικό της κοινοτικό γίγνεσθαι, απέκλειε τον απομονωτισμό, τον ατομισμό και την ιδιώτευση και κατά συνέπεια τον στείρο ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα την ταύτιση των μελών της με την ίδια τη συνολική κοινότητα, η οποία με τον τρόπο αυτό δεν εξασφάλιζε μόνο την καλύτερη δυνατή ατομική και συλλογική-κοινοτική επιβίωση, αλλά πρόσφερε ισχυρό αίσθημα ασφάλειας και αυτοπεποίθησης, προϋποθέσεις αναγκαίες για κάθε ατομική και συλλογική δημιουργική πρωτοβουλία.

Στην Αθηναϊκή Δημοκρατία2 το ιδιωτικό, ο οίκος, η οικονομία, έμεινε έξω από το Δημόσιο, τον Δήμο, τη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα οι ανταγωνισμοί στη σφαίρα του ιδιωτικού να αναγκάζουν το δημόσιο σε άμυνα, πράγμα που για κάποιο διάστημα ώθησε τη Δημοκρατία στα ανώτατα όρια της ανάπτυξής της, από κάποιο σημείο όμως και μετά οι ανταγωνισμοί στη σφαίρα του ιδιωτικού άρχισαν να διαταράσσουν τη δημόσια σφαίρα, να υπονομεύουν τη Δημοκρατία και να δημιουργούν τους όρους της εμφάνισης της Ολιγαρχίας, της Αριστοκρατίας και τελικά της Τυραννίας.

megali-poreia-ataxiki-koinonia-1

Στο διάστημα μεταξύ της αρχαιότητας και της σημερινής εποχής, οι μορφές που διαδέχτηκαν τον πρωτόγονο κοινοτισμό και την Αθηναϊκή Δημοκρατία, όπως τα κοινόβια, οι κομμούνες και ο κοινοτισμός προσπάθησαν να επανασυνδέσουν, το ιδιωτικό με το δημόσιο στηριγμένες στις εμπειρίες, όπως τις μετέφερε η παράδοση, στο πλαίσιο πάντα των εκάστοτε δεδομένων συνθηκών, με αποτέλεσμα την εμφάνιση νέων μορφών κοινοτισμού, οι οποίες αποτέλεσαν και την παθητική ή την ενεργητική άμυνα απέναντι στα καταπιεστικά και εκμεταλλευτικά κοινωνικά συστήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το φαινόμενο του κοινοτισμού που αναπτύχθηκε στον ελλαδικό χώρο κατά τη βυζαντινή, την οθωμανική, αλλά και κατά την μετέπειτα περίοδο, με αποκορύφωση αυτού του φαινομένου κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής της Ελλάδας.

Κοινοτισμός στην Ελεύθερη Ελλάδα κατά την Τουρκοκρατία

Στη βυζαντινή περίοδο ένα μεγάλο μέρος του πεδινού πληθυσμού του ελλαδικού χώρου, αλλά και των άλλων βαλκανικών χωρών, ανέβηκε στο βουνά για να αποφύγει τη βαριά φορολογία και τη σκληρότητα της βυζαντινής φεουδαρχίας3. «Κατά τη βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή περίοδο ο κοινοτισμός και το σχετικό μ’ αυτόν φαινόμενο της τοπικής αυτοδιοίκησης βρίσκονται σε κατάφωρη αντίθεση προς τον απολυταρχικό συγκεντρωτισμό του κράτους και της μεγάλης γαιοκτησίας»4. Αυτή η διαδικασία εντάθηκε μετά την ήττα του Βυζαντίου και την υποδούλωση των περιοχών του στην οθωμανική αυτοκρατορία. «Οι καταπιέσεις των Τούρκων εναντίον των αγροτικών πληθυσμών δημιουργούν από τους πρώτους κιόλας αιώνες της κατάκτησης ένα κίνημα ανταρσίας που αναπτύσσεται στα βουνά και στα δάση, μακριά από τα κέντρα όπου επικρατεί στρατιωτικά ο κατακτητής. Το τροφοδοτούν κυρίως νέοι αγρότες που οι συνθήκες της ανασφάλειας τους αναγκάζουν να διαλέξουν τον δρόμο της ένοπλης αντίστασης. Στην Ελλάδα, και στη Βαλκανική κάπως αργότερα, τα φαινόμενα πληθαίνουν πολύ γρηγορότερα, παίρνουν σταδιακά ταξικό χαρακτήρα και στρέφονται τόσο κατά της τουρκικής εξουσίας, όσο και κατά των μεγάλων γαιοκτημόνων και των κοτζαμπάσηδων»5. Η κεντρική εξουσία τους ονόμασε ‘ζορμπάδες’ και οι τοπικοί κοτζαμπάσηδες τους κατηγόρησαν ‘κλέφτες’, ενώ οι ίδιοι δήλωναν ελεύθεροι που αγωνίζονταν για τη λευτεριά τη δική τους και της πατρίδας τους.

Αποτέλεσμα αυτής της μετακίνησης πληθυσμών, ήταν οι ελληνικοί κάμποι να αδειάζουν από τον 16ο αιώνα και μέχρι το 18216, πράγμα που οδήγησε στη διαμόρφωση του φαινομένου του ‘ορεινού κοινωνικού χώρου’, κύτταρα του οποίου ήταν τα Κλεφτοχώρια που σιγά-σιγά καταξιώθηκαν σαν Ελευθεροχώρια. Στο πλαίσιο του ορεινού ελληνικού χώρου, η κοινωνική ζωή ανασύρει από την ιστορία ξεχασμένους προκαπιταλιστικούς θεσμούς, όπως του αγροτικού κοινόβιου, των πρόδρομων μορφών συνεταιρισμού7 και της πανάρχαιας ‘πατριάς’ ή Ζάντρουγκας, τους οποίους εντάσσει στο αντικειμενικά αναγκαίο κοινοτικό σύστημα. Ο Κώστας Καραβίδας γράφει σχετικά: «πρόκειται περί ισχυρού κολλεκτιβιστικού σχηματισμού, ο οποίος αναφέρεται όχι μόνο σε ένα είδος κοινής παραγωγής και κοινής πώλησης των προϊόντων, αλλά και εις αυτά τα μέσα παραγωγής»8, πράγμα που σημαίνει αλληλεγγύη μεταξύ των πατριών.

Άλλοι αναφέρονται στη «συνιδιοκτησία για την καλλιεργητική ανάπτυξη, την πληρωμή των φόρων, τα κοινά έργα κ.λπ.»9 ή στην κοινή διαχείριση στα χωράφια, στα λιβάδια και στα κοπάδια και συνεπώς δίκαιη μοιρασιά στα προϊόντα και στα εισοδήματα της κάθε κοινότητας10. Ο Βακαλόπουλος χαρακτηρίζει την ορεινή Ελλάδα ως την ‘πραγματική Ελλάδα’11, η οποία, κατά τον Καραβίδα, «αυτάρκης εν τη λιτότητί της ούσα και εφοδιασμένη με στοιχειώδη βιοτεχνίαν, κατόρθωσε να αντιστή… επιτυχέστερον παντός άλλου σχηματισμού εις τας εξανδραποδιστικάς επιθέσεις της βιομηχανίας και της χρηματικής οικονομίας»12.

Στον αντίποδα της πραγματικής Ελλάδας βρισκόταν η υποταγμένη και η τουρκόφιλη ‘πεδινή Ελλάδα’, στην οποία κυριαρχούσαν οι κοτζαμπάσηδες13 και ο λεγόμενος ορθόδοξος κλήρος14 που διαπλέκονταν με τον κατακτητή για τη διατήρηση των ταξικών προνομίων τους, των λύτρων της προδοσίας του Ελληνισμού. Ο κοινοτισμός, συνεχίζει ο Καραβίδας, ως αντίληψη κοινωνικής οργάνωσης δεν είναι βέβαια ένα τοπικό φαινόμενο και φυσικά «δεν είναι προνόμιο, ή ελάττωμα έστω, του ελληνικού τοπίου. Είναι στη θέση του και σε άλλα μέρη της Μεσογείου. Η Νότια Γαλλία και Ιταλία έχουν κοινοτικό παρελθόν και μέλλον επίσης… Κι έπειτα ο κοινοτισμός μήπως ως κύριο στοιχείο του ειδικής μορφής αρχαίου ελληνικού πολιτισμού δεν επεξετάθη και δεν επικράτησε έστω ως τάση σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο;… Μήπως το ίδιο πνεύμα του κοινοτισμού δεν το συναντάμε, παραλλαγμένο έστω, και στην εποχή της Αναγέννησης, αλλά και σήμερα ακόμη στο βάθος των ιδανικότερων ονείρων που έπλασαν καλλιεργημένοι άνθρωποι της Ευρώπης; Μήπως άλλωστε ο κοινοτισμός, ο εταιρισμός και ο συντροφισμός σε τελική ανάλυση δεν είναι και η απώτερη μετακαταστροφική, μετακαπιταλιστική ή αταξική σύλληψη;»15

Οι γενικές αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε ο κοινοτισμός, όπως η ισότητα και η αλληλεγγύη, η αυτάρκεια και το κοινό συμφέρον, η καλή πίστη και η επιείκεια, σε συνδυασμό με την τοπική, νομαρχιακή και περιφερειακή διοικητική αυτονομία και τη λαϊκή δικαιοσύνη, καθιστούσαν τον κοινοτισμό ικανό για τη διασφάλιση της ελευθερίας των πολιτών στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας, χωρίς αφεντικά και δούλους, χωρίς εκμεταλλευτές και υπό εκμετάλλευση. Μάλιστα ο κοινοτισμός του ορεινού ελληνικού χώρου, με το να συγκεντρώνει στα ορεινά σχετικά μεγάλους πληθυσμούς, που αναγκαστικά εκπαιδεύονταν στον ανταρτοπόλεμο συγκρουόμενοι με τα ασκέρια των κοτζαμπάσηδων και με τον στρατό κατοχής, κατάφερε κάτι πολύ σημαντικότερο, και αυτό ήταν η σύλληψη της ιδέας και τελικά η εφαρμογή της για την απελευθέρωση ολόκληρης, δηλαδή και της πεδινής Ελλάδας.

Η επανάσταση του 1821, βέβαια, δεν κατάφερε να εξελιχθεί σε κοινωνική επανάσταση στην κατεύθυνση του συνεταιριστικού κοινοτισμού της αυτοδιοίκησης και της λαϊκής εξουσίας και δικαιοσύνης, όπως τον επεξεργάστηκε η ορεινή, η πραγματική Ελλάδα. Δεν κατάφερε όμως, με την ήττα της αστικής μερίδας της, να επιβληθεί ούτε και ως αστική επανάσταση. Στη θέση των Τούρκων κάθισαν οι ‘προστάτιδες δυνάμεις’, στη θέση των τουρκοκοτζαμπάσηδων έμειναν καθήμενοι οι ίδιοι ως ελληνοκοτζαμπάσηδες και ο ελληνικός λαός σπρώχτηκε και πάλι στο περιθώριο ως υποτακτικός μιας νέας, το ίδιο σκληρής και περισσότερο συγκεντρωτικής εξουσίας. Άμεσο αποτέλεσμα ήταν η αργόσυρτη σταδιακή αποσύνθεση του ορεινού ελληνικού χώρου με τη διαδικασία αφομοίωσης της ελεύθερης ορεινής από την ξενοκρατούμενη και κοτζαμπασηδοκρατούμενη πεδινή Ελλάδα. Η αντικατάσταση του αποκεντρωτικού και αυτοδιοικητικού κοινοτισμού με μορφές κοινωνικής οργάνωσης που αντιστοιχούσαν στον εξαρτημένο ελληνικό περιφερειακό καπιταλισμό16, ήταν προϋπόθεση για το στέριωμα της καινούργιας ξενόδουλης και αυταρχικής κεντρικής εξουσίας. Έτσι και έγινε. Με τον «Νόμο περί συστάσεως των Δήμων του 1833, ο οποίος ήταν ένα συνεπές για τη νοοτροπία της (βαυαρικής) Αντιβασιλείας προληπτικό μέτρο, που απέβλεπε στην εξουδετέρωση κάθε αντίδρασης ενάντια στη συγκεντρωτική πολιτική που σκόπευε να ακολουθήσει η μοναρχική κυβέρνηση»17, υπογράφτηκε η απόφαση εκτέλεσης του παραδοσιακού κοινοτισμού της πραγματικής Ελλάδας.

Η ιστορία, όμως, διδάσκει πως οι θεσμοί μπορούν να αναστέλλονται προσωρινά με τη βία, όχι όμως και οι ιδέες για τους θεσμούς, γιατί αυτές αναστελλόμενες συνεχίζουν, σαν τις ρίζες και τους χυμούς δέντρου που του κόψαν τα κλαδιά του, να εξελίσσονται στον κορμό και στο υπέδαφος, περιμένοντας την άνοιξη για να ξαναβγούν στην επιφάνεια πιο δυνατές και πιο σύγχρονες και να μετουσιωθούν σε νέους πιο ολοκληρωμένους, πιο ρωμαλέους και περισσότερο καρποφόρους θεσμούς.

Οι ασταμάτητοι πόλεμοι για την εθνική ολοκλήρωση της Ελλάδας σε συνδυασμό με τις αλλεπάλληλες πτωχεύσεις της χώρας, σε συνθήκες ενός διαρκούς εμφυλίου πολέμου μεταξύ της ξενόφερτης μοναρχίας και της αντιδραστικής ολιγαρχίας των μεταπρατών και των κοτζαμπάσηδων από τη μια και των δυνάμεων που επιδίωκαν να θέσουν τη χώρα σε τροχιά αδέσμευτης ανάπτυξης από την άλλη, εξουθένωσαν τον ελληνικό Λαό και δεν του επέτρεψαν να χαράξει μια αδέσμευτη στρατηγική ανάπτυξης και να καλλιεργήσει αντίστοιχους σε αυτή αναπτυξιακούς θεσμούς και φορείς. Όμως και κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες οι εργαζόμενοι δεν έπαψαν να οραματίζονται και να αγωνίζονται για μια διαφορετική Ελλάδα. Το αίτημα που διατυπώνεται στο φύλλο του Αυγούστου 1871 της εφημερίδας Το Μέλλον, που εξέδιδε στην Αθήνα ο Δημοσθένης Παπαθανασίου, για “την ίδρυση ελεύθερων και αυτεξούσιων Δήμων και Πολιτειών, τη συγκρότησή τους σε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία και την κατάργηση του συγκεντρωτικού συστήματος”18 είναι ενδεικτικό του κοινωνικού κλίματος εκείνης της εποχής. Το 1891 στο Καταστατικό του Αθηναϊκού Κοινωνικού Συνδέσμου διατυπώνεται με σαφήνεια η κοινωνική διεκδίκηση: “Αντί των υφισταμένων κυβερνήσεων, οι οποίες διατηρούν εις διαμάχην τους λαούς και τα άτομα, να ιδρυθούν μικροί και ανεξάρτητοι μεταξύ τους Δήμοι, που θα συγκροτούνται σε ομοσπονδίες και σε ένα Κοινωνικό Οργανισμό, ώστε να υπάρχει πλήρης αρμονία μεταξύ της επιμέρους ανεξαρτησίας και των λειτουργιών της ανθρωπότητας”19

Τέλος, στο Εγκόλπιο του Εργάτου, που εκδόθηκε το 1893, διατυπώνεται με σαφήνεια η θέση για μια κοινωνία χωρίς ατομική ιδιοκτησία, όπου “Όλα τα πράγματα θα είναι κοινά (…) και δεν θα ανήκουν σε κανένα”, αλλά και χωρίς χρήμα, αφού “το χρήμα θα καταργηθεί γιατί οι Δήμοι θα κάνουν τις συναλλαγές με γεωργικά και βιομηχανικά προϊόντα, δηλαδή θα έχουν ορίσει μονάδα εργασίας και όχι νομίσματος”20. Οι συνθήκες διαμόρφωσης του νεοελληνικού κράτους είχαν ως συνέπεια την απόλυτη οικονομική, κοινωνική και πολιτική εξάρτηση της Ελλάδας από τις λεγόμενες “προστάτιδες δυνάμεις”, πράγμα που οδήγησε σε ένα μεταπρατικό καπιταλισμό που έβαλε βαθιά τα αποτυπώματά του στο ιστορικό γίγνεσθαι της χώρας21. Πρόκειται για μια θεσμική και δομική στρέβλωση που κράτησε τη χώρα μακριά όχι μόνο από τα οράματα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, αλλά ακόμα και από μια τυπική καπιταλιστική ανάπτυξη και την αντίστοιχη σ’ αυτή αστική δημοκρατία.

Ο δεύτερος παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος βρήκε την Ελλάδα υπό γερμανόφιλο φασιστικό καθεστώς, με διαλυμένη την Άμυνά της, με τις φυλακές γεμάτες δημοκρατικούς και αριστερούς Έλληνες πατριώτες και με ένα λαό εξουθενωμένο από τις στερήσεις και τη φασιστική καταπίεση, με αποτέλεσμα την ευκολότερη κατάληψή της από τις ορδές του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου που κρύβονταν πίσω από τον ιταλικό φασισμό και τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό. Η εθνική αντίσταση ήταν η αυτονόητη απάντηση του ελληνικού λαού και η πραγματική Ελλάδα ξανανέβηκε στα γνώριμα ελληνικά βουνά για να αγωνιστεί για τη λευτεριά, για την κοινωνική ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη, για μια Νέα Ελλάδα.

Η Λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα κατά τη γερμανική κατοχή

«Η ιστορία δεν παραδέχεται σκοπιμότητες. Απαιτεί ένα και μόνο: Την αλήθεια.
Και μόνον την αλήθεια, χωρίς φόβο και πάθος. Δεν γράφεται με το μελάνι της παραποίησης.
Γράφεται με το σφύζον αίμα του ‘ο γέγονε, ΓΕΓΟΝΕ’».
Γεωργούλας Μπέικος

megali-poreia-ataxiki-koinonia-2

Η Ελληνική Εθνική Αντίσταση δεν ήταν μόνο ένας δίκαιος πόλεμος ενάντια στον φασισμό και στον ναζισμό για την απελευθέωση της Ελλάδας, αλλά «ήταν ταυτόχρονα ένα μεγάλο όραμα και ένα σχέδιο…, για την οικοδόμηση μιας νέας Ελλάδας της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης… με βασική ιδέα την Αυτοδιοίκηση του Λαού»22. Και μπόρεσε η Ελληνική Εθνική Αντίσταση να είναι ταυτόχρονα και ένα μεγάλο όραμα και σχέδιο γιατί κατάφερε να είναι παλλαϊκή, ιδιότητα που της προσέδωσε, όπως διαπιστώνει ο Μανώλης Γλέζος, το στοιχείο της πολύμορφης καθολικότητας:

  • «Καθολικότητα στο χρόνο. Η αντίσταση άρχισε από την πρώτη μέρα της φασιστικής εισβολής (28 Οκτ. 1940), από τις πρώτες μέρες της κατοχής και συνεχίστηκε αδιάλειπτα, χωρίς κενά ώς την τελευταία μέρα.
  • Καθολικότητα στο χώρο. Από τη μια άκρη της χώρας ώς την άλλη. Το ίδιο σ’ όλες τις περιοχές. Το ίδιο στις πόλεις και στα χωριά, στους κάμπους και στα βουνά, στα νησιά και στη στεριά.
  • Καθολικότητα στη συμμετοχή του λαού. Στην κοινωνική διαστρωμάτωση, στα φύλα, στις ηλικίες, στα επαγγέλματα. Η παλλαϊκότητα στον αγώνα ξεπέρασε κάθε όριο.
  • Καθολικότητα στις μορφές πάλης. Από την αντίθεση στην ανυπακοή. Από την παθητική στην ενεργητική αντίσταση. Από την αντίδραση στη δολιοφθορά. Από την απεργία στη διαδήλωση. Από την άοπλη στην ένοπλη αντίσταση. Με το τραγούδι, το σύνθημα στον τοίχο, την ποίηση και τα έργα τέχνης, με τον τηλεβόα και το πινέλο»23.

Ο ελληνικός Λαός δεν σταμάτησε ποτέ να αναζωογονεί παλιούς και να δοκιμάζει καινούργιους θεσμούς, αλλά και να αναζητά νέες μορφές συλλογικότητας προκειμένου να αντιμετωπίσει την εχθρότητα του κεφαλαίου και να καλύψει την ανεπάρκεια των θεσμών, των δομών και των λειτουργιών του καπιταλιστικού κράτους. Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί γνωρίζουν, εξ αιτίας της άγριας εκμετάλλευσης της φτωχής αγροτιάς που ακολούθησε την πτώχευση του ελληνικού κράτους, σημαντική αναγέννηση κατά τις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και μεγάλη πρόοδο κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Παράλληλα, οι κρατικο-ελεγχόμενοι και αποξενωμένοι από την τοπική κοινωνία θεσμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης είχαν υποταχθεί απόλυτα στις πελατειακές πολιτικές και στις οικονομικές συμμορίες, με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να αναζητούν, έξω από τους επίσημους κρατικούς θεσμούς, τρόπους άμεσης αντιμετώπισης των τοπικών και των επαγγελματικών-κλαδικών προβλημάτων τους, με αποτέλεσμα την εμφάνιση και την εξάπλωση διάφορων τοπικών και επαγγελματικών Συλλόγων με στόχο την καλλιέργεια πνεύματος συλλογικότητας και την επίλυση διάφορων τοπικών και επαγγελματικών προβλημάτων. Τέτοιοι γνήσιοι λαϊκοί θεσμοί εμφανίστηκαν μαζικά κατά την περίοδο από το 1900 μέχρι το 1936 και όπως είναι φυσικό σ’ αυτούς συσπειρώθηκαν τα πιο υποψιασμένα, τα πιο ανήσυχα και τα πιο δημιουργικά μυαλά στον κάθε τόπο και στον κάθε επαγγελματικό χώρο, με αποτέλεσμα να κλώθεται στις γραμμές τους το όνειρο για ένα καλύτερο κόσμο.

Η Ελληνική Εθνική Αντίσταση μπόρεσε, χάρη στους νέους συνεταιρισμούς24, στους νέους Συλλόγους και στα νέα ταξικά Συνδικάτα, να θεριέψει και να συγκρουστεί αποτελεσματικά με τις δυνάμεις του Άξονα, προσφέροντας ανεκτίμητες υπηρεσίες στον Ελληνικό Λαό, αλλά και στην ανθρωπότητα, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην ήττα τους. Έτσι, «από τους πρώτους κιόλας μήνες της κατοχής, από το καλοκαίρι του 1941, σπέρματα μιας δυαδικής εξουσίας άρχισαν να εμφανίζονται, καθώς οι πρώτες ανταρτοομάδες, στις περισσότερες περιπτώσεις αυθόρμητα, ‘έβγαιναν στο κλαρί’. Η εξουσία της κυβέρνησης των Κουίσλιγκ άρχισε να περιορίζεται στην Αθήνα (και όχι σε όλη) και στις μεγάλες πόλεις, όπου τα κρατικά όργανα δρούσαν ως συμπληρωματικές δυνάμεις των στρατευμάτων κατοχής. Στα χωριά, ιδίως στα ορεινά, μια νέα εξουσία άρχισε να εμφανίζεται, στηριγμένη στη δύναμη των όπλων των αντάρτικων ομάδων»25. Όλα αυτά δείχνουν πως οι κοινωνικές διεργασίες που συντελούνταν δεν ήταν τυφλές, αλλά είχαν, και ανεξάρτητα από τις μικροδιαφοροποιήσεις, μια κοινή προοπτική, τη Λαϊκή Εξουσία.

Έχει μεγάλη ιστορική και παιδαγωγική σημασία να σταθούμε σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, που μας δείχνει πώς η κοινωνική αναγκαιότητα εκφρασμένη αυθόρμητα ως ιδέα ενός ανθρώπου, γίνεται πρωτοβουλία μιας μικρής ομάδας, που αγκαλιάζεται στη συνέχεια από μια ολόκληρη τοπική κοινωνία, για να καταλήξει να είναι στόχος αγώνα ενός ολόκληρου λαού, αλλά και συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση για ένα καλύτερο κόσμο.

Το καλοκαίρι 1933 στο Καροπλέσι Ευρυτανίας ρίχνει κάποιος την ιδέα για την ίδρυση πολιτιστικού σωματείου. Την πρόταση ενστερνίζονται πολλοί, και στις 23 Ιουλίου 1933, είκοσιδύο (22) άτομα αποφασίζουν την ίδρυση του πολιτιστικού σωματείου «Φιλοπρόοδος Ένωσις Καροπλεσίου»26 με σκοπό «Να ενώσει κατά τρόπον διαρκή τις γνώσεις και τις ενέργειες των μελών της για την υλική και πνευματική εξύψωση των ίδιων και των άλλων κατοίκων του χωριου τους»27. Η Φιλοπρόοδος Ένωση Καροπλεσίου εξελίσσεται σε ένα δημιουργικό εργαστήρι τοπικής αυτοδιεύθυνσης, με δράση σε όλα τα επιπεδα, η οποία φτάνει, το καλοκαίρι του 1934, μέχρι την ίδρυση της «Συμβιβαστικής Επιτροπής Καροπλεσίου28, η οποία σύντομα εξελίχθηκε σε υποδειγματικό ‘Λαϊκό Δικαστήριο’29 που επεβλήθη στη συνείδηση όλων των κατοίκων, που το σέβονταν όλοι οι χωριανοί και είχαν περισσότερη εμπιστοσύνη σε αυτό παρά στο δημόσιο Πταισματοδικείο… Το αποτέλεσμα ήταν να περιοριστεί η δικομανία γενικά και να λιγοστεύουν οι μηνύσεις και προς το πλημμελειοδικείο. Παρόμοιες Επιτροπές άρχισαν να λειτουργούν και στα άλλα χωριά της Ευρυτανίας»30 Η Φιλοπρόοδος Ένωση Καροπλεσίου κατάφερε σε πολύ σύντομο διάστημα να εξελιχθεί σε φυτώριο νέων λαϊκών θεσμών σε ολόκληρη την περιοχή, η δραστηριότητα των οποίων αλλάζει σταδιακά τη νοοτροπία όλων των κατοίκων και μαζί της αλλάζει σταδιακά τη ζωή στα χωριά. Ο ενθουσιασμός όλων των φορέων ξεχύνεται σε όλη την κοινωνία της Ευρυτανίας, σε βαθμό μάλιστα που το 1935 αποφασίζεται από όλους σχεδόν τους τοπικούς, επαγγελματικούς και πολιτιστικούς φορείς της Ευρυτανίας η συνδιοργάνωση «Πανευρυτανικού Συνεδρίου, με σκοπό τη μελέτη της κατάστασης της Ευρυτανίας από όλες τις πλευρές… και την επεξεργασία προγράμματος οικονομικών, πολιτικών και πνευματικών διεκδικήσεων για την Ευρυτανία, αλλά και για να υποδείξει πρακτικά και αποτελεσματικά μέσα προς επίλυση όλων των προβλημάτων…»31.

Οι επαγγελματίες απονομής δικαιοσύνης και τα όργανα της μεταξικής δικτατορίας, δυσανασχέτησαν από τη λειτουργία της ΦΕΚ, της ‘Συμβιβαστικής’ και των άλλων φορέων και, φυσικά, με τη βοήθεια των σιδηρών βραχιόνων της φασιστικής δικτατορίας, κατάφεραν να τους καταργήσουν όλους και φυσικά να ματαιώσουν και το Πανευρυτανικό Συνέδριο, στέλνοντας τους φερόμενους ως πρωταγωνιστές στις φυλακές με την κατηγορία του επικίνδυνου κομμουνιστή, αφήνοντας έτσι να νοηθεί πως οι καλοί πατριώτες είναι οι τοκογλύφοι, οι μεσάζοντες και οι τραμπούκοι του καθεστώτος που λυμαίνονταν τον τόπο και τρομοκρατούσαν τον εργαζόμενο Λαό.

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 η φασιστική Ιταλία κηρύσσει τον πόλεμο στην Ελλάδα και ο φασιστικός άξονας γνωρίζει τις πρώτες ήττες του στα ελληνοαλβανικά σύνορα, πράγμα που αναγκάζει τη ναζιστική Γερμανία να κηρύξει και αυτή, στις 6 Απριλίου 1941, τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας και να ρίξει σ’ αυτό το μέτωπο δυνάμεις που προορίζονταν για τη Σοβιετική Ένωση, με αποτέλεσμα την ανατροπή και καθυστέρηση των πολεμικών σχεδίων του Βερολίνου. Στις 22 Απριλίου 1941 ο αγγλόφιλος βασιλιάς της Ελλάδας Γεώργιος Β΄ με την κυβέρνησή του εγκατέλειψε τη χώρα και την επομένη, 23.04.1941, τα γερμανικά κατοχικά στρατεύματα μπήκαν στην Αθήνα. Ο λαός είχε ήδη αρχίσει την αντίστασή του ενάντια στις δυνάμεις κατοχής.

Λίγες μόνο μέρες μετά, και συγκεκριμένα στις 10 Μαΐου 1941, οι κάτοικοι των χωριών Πυθείου και Πετράδων Έβρου ανέτρεψαν τους διορισμένους από το καθεστώς Μεταξά και αποδεκτούς από τους κατακτητές προέδρους κοινοτήτων και εξέλεξαν μέσα από λαϊκές συνελεύσεις νέους προέδρους και νέα κοινοτικά συμβούλια. Με τη βοήθεια των αντιστασιακών οργανώσεων γίνεται το ίδιο σε ολόκληρη τη χώρα και κύρια στις ορεινές περιοχές που δεν στρατοπεδεύουν κατοχικά στρατεύματα32. Στις 30 Μαΐου 1941 οι γερμανοί πανηγυρίζουν την κατάληψη της Κρήτης, αλλά το βράδυ της ίδιας μέρας ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας κατεβάζουν τη σβάστικα από την Ακρόπολη της Αθήνας33, αποδείχνοντας την υπεροχή της αγάπης για την πατρίδα και την ελευθερία απέναντι στην κτηνώδη δύναμη των κατακτητών. Το ηθικό ανεβαίνει και η αντίσταση φουντώνει. Τον Αύγουστο 1941 στο χωριό Κορίτσα συγκαλείται γενική συνέλευση των κατοίκων με πρωτοβουλία του Γεωργούλα Μπέικου και αποφασίζεται η συγκρότηση «Επιτροπής Επίλυσης Προβλημάτων Κορίτσας» στα πρότυπα της Συμβιβαστικής Επιτροπής Καροπλεσίου34.

Στις 27 Σεπτέμβρη 1941 ιδρύεται, με τη συμμετοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδας, της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας και του Αγροτικού Κομματος Ελλάδας, το Εθνικο Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), το οποίο γρήγορα απλώνεται σε όλη τη χώρα καθοδηγώντας τις τοπικές κοινωνίες να αναλάβουν οι ίδιες την αυτοδιοίκησή τους. Στις 2 Φλεβάρη 1942 ιδρύεται το ένοπλο τμήμα του ΕΑΜ, ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ), για την απελευθέρωση της Ελλάδας, την υπεράσπιση των κατακτήσεων της αντίστασης και για να ανοίξει ο δρόμος για τη δημοκρατική μετεξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας.

Τον Αύγουστο 1942 μια ομάδα πέντε αγωνιστών του ΕΑΜ από τα χωριά του Δήμου Κτημενίων και Δολόπων της Ευρυτανίας, αποτελούμενη από τον Γεωργούλα Μπέικο, τον Στέφο Θάνο, τον Βασίλη Μανούκα, τον Δημήτρη Τραχανή και τον Κώστα Ράγκο, απογοητευμένοι από την ανικανότητα της παλιάς Κοινοτικής Αρχής και του καταρρεύσαντος κράτους να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του τόπου τους, φορτωμένοι από τις εμπειρίες τόσων προσπαθειών για Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και φλεγόμενοι από το όραμα της αντίστασης για ένα καλύτερο κόσμο, αποφάσισαν να συντάξουν, για λογαριασμό της Επιτροπής ΕΑΜ Ευρυτανίας, ένα Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, προκειμένου να ενεργοποιήσουν τον ίδιο τον Λαό στην κατεύθυνση της αυτοδιοίκησής του35. Αυτός ο Κώδικας τιτλοφορήθηκε «Εντολές για τη Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη», κατατέθηκε στις 4 Δεκέμβρη 1942 και έμεινε στην ιστορία με το όνομα «Κώδικας Ποσειδώνα». Ο Κώδικας αποτελείται από οκτώ άρθρα36 με τα οποία θεμελιώνεται η Άμεση Λαϊκή Εξουσία και η Λαϊκή Δικαιοσύνη με τρόπο που θυμίζει έντονα την αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία37.

Ο Κώδικας Ποσειδώνα και η Άμεση Λαϊκή Εξουσία και Λαϊκή Δικαιοσύνη

«Τα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα, για να γίνουν γεγονότα,
προϋποθέτουν και απαιτούν την άμεση συμμετοχή όλων μας.
Αξιώνουν να τα αντιμετωπίσεις, να πάρεις θέση, να συμμετέχεις
στη διαμόρφωσή τους, να δημιουργείς».
Μανώλης Γλέζος

Η Λαϊκή Συνέλευση

Υπάρχουν κείμενα που είναι τόσο κατανοητά, τόσο ζωντανά στο μυαλό όλων των ανθρώπων του αγώνα της ζωής και τόσο ριζωμένα στην ιστορία των τόπων, που δεν χρειάζονται σχολιασμό και δεν αφήνουν περιθώρια για ιδεολογικές γκρίνιες και μικροκομματική μιζέρια. Η περίπτωση του ‘Κώδικα Ποσειδώνα’ ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία, στην κατηγορία των μνημείων της λαϊκής σοφίας, γιατί αποτυπώνει με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια το πανάρχαιο αίτημα της ιστορίας, σύμφωνα με το οποίο, για να ανήκει η εξουσία στον Λαό, πρέπει να ασκείται από τον Λαό και αποκλειστικά για τον Λαό. Ο “Κώδικας Ποσειδώνα” προβλέπει:

  • «Ο ενήλικος Λαός όλου του χωριού συνερχόμενος εις Γενικήν Συνέλευσιν συνιστά την Λαϊκήν Εξουσίαν αυτήν καθ’ εαυτήν εις τον χώρον της κοινοτικής μονάδος του.
  • Η Γενική Συνέλευσις αποτελεί το ανώτερον και Κυρίαρχον Σώμα του Λαού και ούσα εν λειτουργία τον άμεσον, μόνον και αναντικατάτον φορέα και εκφραστήν της εξουσίας του, την οποίαν ενδιαμέσως των Γενικών Συνελεύσεών του ασκεί δι’ αιρετών υπ’ αυτού οργάνων…
  • Αυτή καθ’ εαυτή η Λαϊκή Εξουσία και Σώμα η Γενική Συνέλευσις κυρίαρχον, αυτεξούσιον και αδέσμευτον όσον αφορά εις τα προβλήματα, θέματα και ενδιαφέροντα του ιδιου της χωρίου, κρίνει και αποφασίζει επ’ αυτών κατ’ ελευθέραν αυτής βούλησιν.
  • Απόφασιν Γενικής Συνελεύσεως δύναται να ακυρώσει ή τροποποιήσει μόνον η ιδία εις νέαν σύγκλησιν του Σώματος και επ’ ουδενί όργανα αυτής…
  • Εις όλας τας περιπτώσεις Γενικής Συνελεύσεως και εις τον χρόνον και τον τόπον αυτής και μόνον, έχουν δικαίωμα και υποχρέωσιν εξ ίσου να εκθέσουν και αιτιολογήσουν την άποψιν των τυχόν μειοψηφισάντων εκ των μελών των οργάνων και την λήψιν της αποφάσεως επί ενός ή πλειόνων θεμάτων.
  • Εις την Γενικήν Συνέλευσιν ανήκει αναφαίρετον τον δικαίωμα, συνάμα και η υποχρέωσις, να ενημερωθεί επί της απόψεως της μειοψηφίας. Είναι δε μόνον η Γενική Συνέλευσις το αρμόδιον Σώμα να κρίνει την ορθότητα ή μη καταψηφισθείσης εις όργανον απόψεως…
  • Αποδοχή υπό Γενικής Συνελεύσεως ορθότητος προτάσεως, η οποία έτυχε μειοψηφίας εις όργανον, συνεπάγεται έλεγχον της πλειοψηφίας του οργάνου τούτου διά κακήν εκτίμησην. Συσσωρεύσεις ομοίων περιστατικών συνιστούν απόδειξιν ανεπαρκείας του οργάνου και η Γενική Συνέλευσις λαμβάνει τα κατά την κρίσιν της μέτρα (Άρθρο 5)».

Η Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης (ΕΛΑ)

  • «Η Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης, ως όργανο Λαϊκής Εξουσίας, αποτελεί την Γενικήν Αρχήν της διακυβερνήσεως του χωριού.
  • Εκλέγεται από όλους τους ενήλικες κατοίκους της Κοινότητας ή του χωριού εις Γενικήν Συνέλευσιν συνερχομένων.
  • Επιλαμβάνεται πάντων των προβλημάτων της Κοινότητας ή του χωριού, αποφασίζει ελευθέρως και δίδει σε αυτά λύσεις κατά την κρίσιν της και ιδία αυτής ευθύνην, έχουσα πάντοτε γνώμονα το συμφέρον του Λαού και του Αγώνος…
  • Οι αποφάσεις της λαμβάνονται μόνον εν συνεδριάσει αυτής και κατά πλειοψηφίαν…
  • Τελεί υπό τον αδιάλειπτον και άμεσον έλεγχον της Γενικής Συνελεύσεως του χωριού. Λογοδοτεί προς αυτήν καθ’ έκαστον μήνα υποχρεωτικώς…
  • Υπόκειται εις άμεσον ανάκλησιν εν μέρει ή εν γένει κατά κρίσιν και απόφασιν της Γενικής Συνελεύσεως…
  • Το αξίωμα του μέλους της Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοίκησης είναι τιμητικόν, άμισθον και υποχρεωτικόν. Αβάσιμος άρνησις, πολύ περισσότερο αποποίησις αναλήψεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εις λειτουργήματα της Λαϊκής Εξουσίας δέον να θεωρείται αδιανόητος ως και ασύγγνωστος, δεδομένου ότι έρχεται εις αντίθεσιν με την θέλησιν της Γενικής Συνελεύσεως και την τιμήν την οποίαν συνιστά η δοθείσα ψήφος του Λαού (Άρθρο 1)».
  • Η Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης εξειδικεύει το έργο της και συγκροτεί Υποεπιτροπές στις οποίες αναθέτει συγκεκριμένες αρμοδιότητες για συγκεκριμένο έργο, όπως λ. χ. του Επισιτισμού, της Λαϊκής Ασφάλειας, της Εκπαίδευσης και θεμάτων εκκλησίας:
  • «Συγκροτούνται τριμελείς Υποεπιτροπές εκάστης των οποίων τα δύο μέλη εκλέγονται υπο του Λαού εις Γενικήν Συνέλευσιν, ο επικεφαλής της δε, μέλος της Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως, ορίζεται υπό της τελευταίας.
  • Τελούν υπό την Επιτροπήν Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως και έχουν αποστολήν την επιμέλειαν και θεραπείαν επιμέρους προβλημάτων του χωριού.
  • Επί προβλημάτων της αρμοδιότητός των κρίνουν και αποφασίζουν ελευθέρως, μετά πλήρους πρωτοβουλίας και ακεραίας ευθύνης…
  • Υπέχουν ευθύνην και έναντι της Γενικής Συνελεύσεως και λογοδοτούν εξ ίσου εις αυτήν και υπόκεινται εις άμεσον ανάκλησιν…
  • Η ανάληψις καθηκόντων και εις τας Υποεπιτροπάς είναι αξίωμα τιμητικόν, άμισθον και υποχρεωτικόν (Άρθρο 4)»

Η Τομεακή Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης (ΤΕΛΑ)

Ο Κώδικας Ποσειδών, ενώ είχε οικουμενικό πολιτικό ορίζοντα, εντούτοις οι συντάκτες του, ως ρεαλιστές επαναστάτες, περιόρισαν συνειδητά γεωγραφικά το βεληνεκές του, μέχρι τα σύνορα της Επαρχίας τους, προφανώς για να δοκιμαστούν οι αντοχές και οι αδυναμίες του και να εμπλουτισθεί από τις εμπειρίες της εφαρμογής του. Γι’ αυτό προχώρησαν μέχρι το δεύτερο επίπεδο της Λαϊκής Εξουσίας, την Τομεακή Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης:

  • «Οι Πρόεδροι των Επιτροπών Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως των χωριών ενός διαμερίσματος…, συνερχόμενοι εις Σώμα συνιστούν την Τομεακήν Επιτροπήν Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως, η οποία εκλέγει Πρόεδρον έν εκ των μελών της.
  • Αποτελεί ανωτέραν Αρχήν και ασκεί εξουσίαν εις τον χώρον της, όσον αφορά εις ζητήματα και προβλήματα κοινού ενδιαφέροντος για τα χωριά της περιοχής της…
  • Αποσκοπεί επίσης εις την ανταλλαγήν της πείρας εκ της ασκήσεως της Λαϊκής Εξουσίας και την προαγωγήν των θεσμών της.
  • Αποσκοπεί επίσης εις τον συντονισμόν και το ενιαίον της εφαρμογής των ‘Εντολών’.
  • Η Τομεακή Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης των χωριών του Τομέα της, ουδέν έχει δικαίωμα επεμβάσεως εις αποφάσεις Γενικών Συνελεύσεων ή Επιτροπών Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως των χωρίων του τομέως της (Άρθρο 6)».

Η Λαϊκή Δικαιοσύνη. Το Τοπικό Λαϊκό Δικαστήριο

  • «Η Δικαιοσύνη καθίσταται Λαϊκή και απονέμεται υπό του Λαού και δι’ αυτόν. Διά την διακονίαν της συνιστώνται πενταμελή Λαϊκά Δικαστήρια, έν κατά Κοινότητα ή και χωριό.
  • Συγκροτούνται εκ των εκλεγένντων υπό των κατοίκων μελών της Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως, ή εκ του Προέδρου της τελευταίας ως Προέδρου του Λαϊκού Δικαστηρίου και τεσσάρων ετέρων Λαϊκών Δικαστών, οι οποίοι εκλέγονται επίσης υπό των κατοίκων εις Γενικήν Συνέλευσιν.
  • Το Λαϊκόν Δικαστήριον, ελεύθερον και έναντι πάσης παρεμβάσεως, ανεξάρτητον εις την διαμόρφωσιν της δικαστικής του κρίσεως, τελεί εν τούτοις υπό την συνεχή εγρήγορσιν της Κοινής Γνώμης του χωριού και υπό τον άμεσον έλεγχον και εποπτείαν της Γενικής Συνελεύσεως εις ό,τι αφορά εις την καλήν και δέουσαν διαδικασίαν και την λαϊκήν δικαιοδοσίαν του και μόνον.
  • Η Γενική Συνέλευσις, ενώ δεν δύναται, μετατρέπουσα εαυτήν εις δευτεροβάθμιον Δικαστήριον, να ακυρώσει ή τροποποιήσει ή θίξει εν γένει αποφάσεις του Λαϊκού Δικαστηρίου, διατηρεί, όμως, εις το ακέραιον ως Λαϊκή Εξουσία αυτή καθ’ εαυτή,το δικαίωμα να ανακαλέσει τούτο αμέσως και να το αντικαταστήσει δι’ εκλογής, εν τω συνόλω ή εν μέρει, ιδιαιτέρως δε εάν ήθελεν διαπιστωθεί ασυμβίβαστον της κρίσεώς του προς το περί δικαιοσύνης κοινόν αίσθημα.
  • Η Λαϊκή Δικαιοσύνη απονέμεται απολύτως δωρεάν και πάσα έννοια δικαστικών εξόδων και τελών καταργείται…
  • Το Λαϊκόν Δικαστήριον είναι αδέσμευτο έναντι του παλαιού Νόμου, ο οποίος θεωρείται μη έχων πλέον ισχύν ως καταργηθείς συνακολουθών την κατάλυσιν του παλαιού κράτους.
  • Το Λαϊκόν Δικαστήριον τον αγνοεί και κρίνει ελευθέρως και επί της ουσίας της υποθέσεως και δικάζει κατά συνείδησιν των Λαϊκών Δικαστών…
  • Το Λαϊκόν Δικαστήριον συνεδριάζει δημόσια… τας Κυριακάς και εφ’ όσον υπάρχουν υποθέσεις προς εκδίκασιν…
  • Η επίτευξις συμβιβασμού συνιστά την βασικήν αποστολήν του Λαϊκού Δικαστηρίου…
  • Το Λαϊκόν Δικαστήριον… δύναται κατ’ ελευθέραν αυτού κρίσιν να κλητεύσει και εξετάσει ως μάρτυρα τον οιονδήποτε κάτοικον του χωριού πέραν των υπό των αντιδίκων προταθέντων.
  • Δύναται δε και αμέσως εκ του ακροατηρίου να καλέσει μάρτυρα… Μετά το πέρας της εξετάσεως των κλητευθέντων μαρτύρων, ο Πρόεδρος του Λαϊκού Δικαστηρίου υποχρεούται, απευθυνόμενος εις το ακροατήριον, να ζητήσει την προσέλευσιν του οιουδήποτε επιθυμούντος να καταθέσει υπέρ του κατηγορουμένου και μόνον υπέρ αυτού…
  • Ο τελευταίος λόγος ανήκει εις τον κατηγορούμενον… και μετ’ αυτού ουδείς άλλος δύναται να προσθέσει τι…
  • Οι αποφάσεις του Λαϊκού Δικαστηρίου εφεσιβάλλονται κατ’ επιθυμίαν ενός εκ των αντιδίκων ενώπιον του Τομεακού Λαϊκού Δικαστηρίου…
  • Παράστασις εις το Λαϊκόν Δικαστήριον και το Τομεακόν τοιούτον, ή διαμεσολάβησις δικηγόρων και δικολάβων ουδεμίαν έννοιαν και χρησιμότητα έχει και δεν επιτρέπεται…
  • Το λειτούργημα του Λαϊκού Δικαστή είναι επίσης τιμητικόν, άμισθον και υποχρεωτικόν (Άρθρο 2)».

Στο Λαϊκό Δικαστήριο συμμετέχει και ένας Λαϊκός Επίτροπος, που ορίζεται από το ΕΑΜ. «Η παρουσία του, άνευ ψήφου, συμβολίζει την εκπροσώπησιν της Κοινής Γνώμης ως οργανωμένου παράγοντος και έχει την έννοιαν του Συμβούλου και βοηθού του Λαϊκού Δικαστηρίου, παρά του κατηγόρου. Εισάγει την υπόθεσιν και εκφράζει εις το τέλος της διαδικασίας τη γνώμη του, αιτιολογών αυτήν, περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, αλλά όχι και περί ποινής. Απαγορεύεται να εισέλθει εις το δωμάτιον διασκέψεως του Λαϊκού Δικαστηρίου, καθ’ όν χρόνον το τελευταίον διασκέπτεται, κρίνει και αποφασίζει επί της υπόθέσεως (Άρθρο 3)».

Η Λαϊκή Δικαιοσύνη. Το Τομεακό Λαϊκό Δικαστήριο

  • «Οι Πρόεδροι των Λαϊκών Δικαστηρίων του ως εις το άρθρον 6 Τομέως συγκροτούν το Τομεακόν Λαϊκόν Δικαστήριον. Τούτον εκλέγει τον Πρόεδρόν του και συνεδριάζει συνήθως εις την έδραν της Τομεακής Επιτροπής.
  • Είναι δευτεροβάθμιον Δικαστήριον και εκδικάζονται τελεσιδίκως οι εις αυτό εφεσιβληθείσαι αποφάσεις των Λαϊκών Δικαστηρίων της δικαιοδοσίας του. Επικυρώνει ή τροποποιεί τις αποφάσεις τους.
  • Δικάζει εις πρώτον βαθμόν και τελεσιδίκως υποθέσεις και διαφοράς μεταξύ χωριών καθώς επίσης και μεταξύ κατοίκων διαφορετικών χωριών της δικαιοδοσίας του, αι οποίαι έχουν χαρακτήρα αδικήματος.
  • Χρέη Λαϊκού Επιτρόπου εις το Τομεακόν Λαϊκόν Δικαστήριον αναλαμβάνει εκπρόσωπος του αντιστοίχου τομέως του ΕΑΜ. Κατά τα άλλα ισχύουν και διά το Τομεακόν τα περί Λαϊκού Δικαστηρίου, (Άρθρο 7)».

Νομαρχιακή Λαϊκή Εξουσία

  • «Συνιστάται Ένωσις Κοινοτήτων Νομού. Οι Πρόεδροι ή οι αντιπρόεδροι των Επιτροπών Λαϊκής Αυτοδιοίκησης όλων των χωριών του Νομού, συνερχόμενοι εις Συνέλευσιν συνιστούν την Ένωσιν Κοινοτήτων, την Ανωτέραν Γενικήν Αρχήν του Νομού.
  • Εκλέγουν εκ των μελών της Συνελεύσεως Εκτελεστικήν Επιτροπήν και τον Πρόεδρον αυτής.
  • Η Εκτελεστική Επιτροπή αποτελεί την Ανωτέραν Γενικήν Διοίκησιν του Νομού. Τόσον η Συνέλευσις της Ενώσεως Κοινοτήτων Νομού, όσον και η Εκτελεστική Επιτροπή αυτής ασκούν εξουσίαν, λαμβάνοντας αποφάσεις υποχρεωτικού χαρακτήρος μόνον επί γενικών προβλημάτων όλου του Νομού…
  • Ούτε η Συνέλευσις της Ενώσεως Κοινοτήτων, ούτε η Εκτελεστική Επιτροπή της έχουν δικαίωμα επεμβάσεως εις απόφασιν Γενικής Συνελέυσεως ή Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως, καθ’ όσον αυτή αφορά εις ζητήματα αποκλειστικώς του ιδίου αυτών χωρίου, ένθα κυρίαρχος είναι αυτός τούτος ο Λαός του (Άρθρο 8)».

Ο Κώδικας Ποσειδώνα έθεσε τους βασικούς κανόνες της Άμεσης Δημοκρατίας, δηλαδή της Λαϊκής Εξουσίας, και αυτό έκανε την επιτυχία του δύναμη ανάπτυξης του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Η απήχηση της εφαρμογής του στην Ευρυτανία ήταν τόσο μεγάλη, που το ΕΑΜ προχώρησε τον Αύγουστο 1943 στη σύνταξη του «Κώδικα Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης για τη Στερεά Ελλάδα»38. Αυτός ο Κώδικας για τη Στερεά Ελλάδα, τα οκτώ άρθρα του Κώδικα Ποσειδώνα τα κάνει 73, αλλά σε πνεύμα εμφανώς συντηρητικό που αποδυναμώνει το πνεύμα του Κώδικα Ποσειδώνα. Αυτή η αλλαγή σηματοδοτείται από το γεγονός πως από τη Λαϊκή Αυτοδιοίκηση του Κώδικα Ποσειδώνα κατεβήκαμε στην Αυτοδιοίκηση σκέτο, που σημαίνει πως αποδυναμώνονται οι εξουσίες της Λαϊκής Συνέλευσης, οπότε ουσιαστικά καταργείται και η Άμεση Λαϊκή Εξουσία, αλλά και από το γεγονός πως από την Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης περάσαμε στο προπολεμικό Κοινοτικό Συμβούλιο.

Μετά τη σταδιακή εγκατάλειψη του Κώδικα Ποσειδώνα και την εμφάνιση του Κώδικα Στερεάς, εμφανίζεται αμέσως, στις 10 Αυγούστου 1943, η «Απόφαση 6» του Κοινού Γενικού Στρατηγείου των Εθνικών Ομάδων Ανταρτών39, που συγκροτήθηκε με κοινή απόφαση του Άρη Βελουχιώτη και του Ναπολέοντα Ζέρβα, για μια ακόμα συντηρητικότερη ρύθμιση των θεμάτων της Τοπικής πια, και όχι της Λαϊκής, Αυτοδιοίκησης, «τα όργανα της οποίας εκλέγονται απ’ ευθείας υπό του Λαού, δι’ ελευθέρων εκλογών πλειοψηφικού συστήματος»40. Ακολούθησαν πολλές ακόμα ‘βελτιώσεις’ του Κώδικα Ποσειδώνα, μέχρι που η Άμεση Λαϊκή Εξουσία κατάληξε έμμεση, αντιπροσωπευτική, αφηρημένη και μπασταρδεμένη ‘λαϊκή κυριαρχία’ με πρωταγωνιστές τσιφλικάδες, βιομήχανους, αγγλόφιλους αχυράνθρωπους, αστούς πολιτικάντηδες, τοπικούς παράγοντες, ακροδεξιές συμμορίες και ψευδομάρτυρες της ιστορίας.

Τα Τσιφλίκια ως “Λυδία Λίθος” της γνησιότητας της επανάστασης

”Ένα ταξίδι χιλίων χιλιομέτρων αρχίζει
μ’ ένα πρώτο μικρό βήμα.”
Λαϊκή Παροιμία

Επειδή καμιά εξουσία δεν έρχεται από τον ουρανό, ακόμα ούτε και αυτή του ιερατείου, αλλά από το ποιος ελέγχει την παραγωγική βάση και συνεπώς και την κατανομή του πλούτου της εκάστοτε κοινωνίας, γι’ αυτό και η Λαϊκή Εξουσία ήταν αδύνατο να υπάρξει χωρίς την κοινωνικοποίηση της παραγωγικής βάσης της κοινωνίας και, όσον αφορά στην αγροτική οικονομία, χωρίς την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών. Όπως η λυδία λίθος χρησιμεύει για τον έλεγχο της γνησιότητας πολύτιμων λίθων, έτσι και τα τσιφλίκια, τα κρατικά και τα εκκλησιαστικά κτήματα, αποτέλεσαν το κρισιμότερο θέμα που δοκίμασε σκληρά τη ‘σοσιαλιστική-κομμουνιστική’ γνησιότητα του ΚΚΕ κατά συνέπεια και του ΕΑΜ, «για μια καινούργια Ελλάδα».

Η απαλλοτρίωση των κρατικών κτημάτων και των τσιφλικιών και η διανομή τους στους καλλιεργητές τους ήταν θέμα που έπρεπε να λύσει η επανάσταση του 1821, αλλά η υποθήκευση της κρατικής γης για τα αγγλικά δάνεια και η επικράτηση των αγγλόφιλων κοτζαμπάσηδων του Μωριά δεν επέτρεψαν την υλοποίηση αυτής της βασικής αστικής μεταρρύθμισης. Ολόκληρη η πολιτική ζωή της Ελλάδας από την επανάσταση του 1821 και μετά περιδινίζεται γύρω από τα τσιφλίκια, μέρος των οποίων απαλλοτριώνεται κάτω από το βάρος της Μικρασιατικής καταστροφής για την αποκατάσταση των προσφύγων. Για τη φτωχή αγροτιά και τους περιφερόμενους από περιοχή σε περιοχή ακτήμονες αγρεργάτες, τα εναπομείναντα, και ήταν πολλά, τσιφλίκια, ήταν, και καθ’ υπόσχεση όλων των πολιτικάντηδων, μόνιμος στόχος με την ελπίδα της αποκατάστασής τους. Η κατάρρευση του μεταξικού κράτους και η Εθνική Αντίσταση ενάντια στις δυνάμεις Κατοχής, που κατά κύριο λόγο πλαισιώθηκε από τη φτωχή αγροτιά, άνοιξαν διάπλατα το θέμα των τσιφλικιών, ιδιαίτερα από τις Επιτροπές Λαϊκής Αυτοδιοίκησης. Οι απλοί μαχητές του ΕΑΜ, «ο κόσμος της περιοχής, ο Λαός των χωριών, όπου τα τσιφλίκια, γίνονται φορέας του αιτήματος της απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών»41 και νόμιμα θεωρούν πως «είναι από τα πρώτα και βασικά αστικοδημοκρατικά προβλήματα που καλείται να λύσει η επανάστασή μας»42.

Τον Οκτώβρη του 1942 στο χωριό Κλειτσός της Ευρυτανίας η Λαϊκή Συνέλευση, αναγνωρίζοντας πως Λαϊκή Εξουσία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς Λαϊκή Κοινοκτησία, όρισε 17μελή Επιτροπή για την προσωρινή διανομή, χωρίς απαλλοτρίωση, των τσιφλικιών στους ακτήμονες αγρότες για να τα καλλιεργήσουν. Στο διπλανό χωριό ο Γραμματέας του ΚΚΕ Ευρυτανίας σε συνεργασία με το Αρχηγείο ΕΑΜ Ευρυτανίας αποφάσισαν την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και μάλιστα χωρίς αποζημίωση και άρχισαν με την απαλλοτρίωση και διανομή στους ακτήμονες αγρότες του τσιφλικιού Κύφου43, συνολικής επιφάνειας 14.500 στρεμμάτων. Αυτή η διχογνωμία, ‘δυο πολιτικές για το ίδιο θέμα και μάλιστα στον ίδιο τόπο’, δεν ήταν μια μοναδική περίπτωση ή η εξαίρεση του κανόνα. Αντίθετα, ήταν ένα καθολικό φαινόμενο44, που από τη μια μεριά της ‘διανομής χωρίς απαλλοτρίωση’ στάθηκε η ηγεσία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, ενώ από την άλλη πλευρά της ‘απαλλοτρίωσης και διανομής χωρίς αποζημίωση’ ήταν η βάση, δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Υπερίσχυσε βέβαια η θέση της ηγεσίας, αλλά η Εθνική Αντίσταση, ως αγώνας για μια Νέα Ελλάδα, υπέστη την πρώτη μεγάλη ήττα, η οποία συνεχίστηκε με την ένταξη του ΕΛΑΣ, τον Ιούλιο 1943, στο Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, δηλαδή υπό βρετανική εποπτεία. Όλες οι επόμενες ήττες της Εθνικής Αντίστασης ήταν φυσική εξέλιξη των αρχικών επιλογών της ηγεσίας της.

Αυτή η στροφή του ΕΑΜ, που διατυπώθηκε ως ‘γραμμή’ «μη χρωματίζετε τον αγώνα, … η απαλλοτρίωση των τσιφλικιών αναβάλλεται για μετά την απελευθέρωση», γιατί τάχα ‘η απαλλοτρίωση θα έβλαπτε τον αγώνα’, ήταν προφανώς συμβιβασμός, σε επίπεδο κορυφής, στις πιέσεις των συντηρητικών δυνάμεων, και δεν μπορεί να ήταν τακτική μανούβρα για τη σωτηρία τάχα του ‘εθνικού’ χαρακτήρα της Αντίστασης. Είναι προφανές πως αυτή η στροφή της ηγεσίας της Εθνικής Αντίστασης έγινε σε βάρος του κοινωνικού της χαρακτήρα και σε τελική ανάλυση και σε βάρος του έθνους. Άλλωστε η ιστορία είναι αψευδής μάρτυρας πως, ό,τι αποφασίζεται χωρίς την κοινωνία, είναι σε βάρος της κοινωνίας και συνεπώς δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος του έθνους, γιατί έθνος χωρίς κοινωνία, ή σε βάρος της κοινωνίας, δεν μπορεί να υπάρξει, παρά μόνο ως καταπιεστικό, αντικοινωνικό και φασιστικό μόρφωμα.

Η Κυβέρνηση του βουνού
(Προσωρινή Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης ΠΕΕΑ)

«Είναι αρρώστια του καιρού μας,
να οδηγούνε τρελοί, στραβούς».
William Shakespeare

Η παλλαϊκότητα της Εθνικής Αντίστασης και το όραμα των ‘από κάτω’ να χτίσουν, με την Απελευθέρωση, ένα καλύτερο κόσμο είχε διαμορφώσει μια δυναμική, η οποία, ως δυναμική του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ το 1942 και το 194345 είχε απελευθερώσει ουσιαστικά ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα, χτίζοντας παντού θεσμούς Λαϊκής Αυτοδιοίκησης πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου βαθμού46. Αυτή η δυναμική των πραγμάτων οδήγησε αναγκαστικά στη συγκρότηση, με πρωτοβουλία του ΕΑΜ, της Προσωρινής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), που έλαβε χώρα στις 10 Μαρτίου 1944 στο χωριό Βίνιανη της Ευρυτανίας. Οι αγωνιστές του ΕΑΜ πίστεψαν πως με την ΠΕΕΑ θα ξεκαθαριζόταν το θέμα της απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών υπέρ της φτωχής αγροτιάς. Οι αστοί πολιτικοί, νομίζοντας πως το ΕΑΜ στρέφεται προς λύση του κοινωνικού προβλήματος, θορυβήθηκαν από την ίδρυση της ΠΕΕΑ και φρόντισαν με κάθε τρόπο να διαμηνύσουν διά του Σοφούλη, τόσο προς το ΕΑΜ, όσο και προς την εξόριστη κυβέρνηση Τσουδερού, με τον παρακάτω τελεσιγραφικό τρόπο: «Μας φέρατε μπροστά σε τετελεσμένο γεγονός νομίζοντας πως μας πήρατε φαλάγγι… Κάνετε λάθος… Τα πολιτικά κόμματα ποτέ δεν θα δεχτούν συμφωνία με την ΠΕΕΑ, ούτε και θα συζητήσουν με αυτή. Πρέπει να διαλυθεί η ΠΕΕΑ για να μπορέσουμε να συνεχίσομε τις διαπραγματεύσεις για εθνική λύση του πολιτικού προβλήματος»47 και όχι φυσικά του κοινωνικού, γιατί για τα πολιτικά κόμματα υπάρχει μόνο πολιτικό και όχι κοινωνικό πρόβλημα.

Για να μην υπάρξει, όμως, καμιά παρεξήγηση από τη βάση του ΕΑΜ και για να καθησυχάσει τα αστικά κόμματα, η ΠΕΕΑ φρόντισε να συμπεριλάβει στην ιδρυτική της Διακήρυξη μεταξύ των άλλων και τα παρακάτω: «Κύριος και πρωταρχικός στόχος της Επιτροπής είναι να συντονίσει και να διεξαγάγει με όλα τα μέσα και με όλες τις δυνάμεις μέσα στην Ελλάδα και στο πλευρό των συμμάχων μας τον αγώνα κατά των κατακτητών… Παράλληλα η Επιτροπή θα αναλάβει τα παρακάτω καθήκοντα: Την υπεύθυνη διοίκηση των ανταρτικών μονάδων που θα αποδεχτούν τη σύσταση της Επιτροπής με σκοπό την ενοποίηση, την αναδιοργάνωσή τους και τη συγκρότηση ενιαίου εθνικού στρατού… Την εξασφάλιση των ατομικών ελευθεριών του λαού στις ελεύθερες περιοχές, το σεβασμό της ατομικής ιδιοκτησίας, καθώς και την εξασφάλιση της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης … Η Επιτροπή ξεκινώντας από την αντίληψη πως, για να πραγματοποιηθούν οι παραπάνω εθνικοί σκοποί, επιβάλλεται να συμμετάσχουν στο έργο αυτό όλες οι εθνικές δυνάμεις, θεωρεί ως πρωταρχικό της καθήκον να εξακολουθήσει δραστήρια τις ενέργειες για το σχηματισμό κυβέρνησης γενικού εθνικού συνασπισμού…»48. «Από την πλευρά της Σοβιετικής Ένωσης η συγκρότηση της ΠΕΕΑ αγνοήθηκε επιδεικτικά. Την επομένη της συγκρότησής της ο Στάλιν έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα για την εθνική γιορτή στον Γεώργιο Γκλύξμπουργκ και όχι στην κυβέρνηση του βουνού»49. Μετά από λίγο η ΠΕΕΑ, υποκύπτοντας στις πιέσεις των αστικών κομμάτων και των διεθνών συμφωνιών, αυτοδιαλύθηκε. Η συνέχεια είναι γνωστή, Λίβανος (Μάης 1944), Γκαζέρτα (Σεπτέμβρης 1944), τα Δεκεμβριανά (1944), Βάρκιζα (Φεβρουάριος 1945), Απελευθέρωση-Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (1945), αποχή του ΚΚΕ από τις γενικές εκλογές του 1946, εμφύλιος (1946-1949) – νέα Κυβέρνηση του Βουνού, ήττα, αμερικανοκρατία50, αντικομμουνιστική υστερία, κράτος της Δεξιάς, δικτατορία, νόθα αστικοδημοκρατική μεταπολίτευση, νεογερμανισμός51 και ξανά τροϊκανή κατοχή και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο52.

Παραμένει, σε πολλούς ακόμα αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης αλλά και σε πολλούς νεότερους, βασανιστικό το ερώτημα για το τι πήγε στραβά και χάθηκε ακόμα μια τόσο βαθιά και πλατιά κοινωνική «νικηφόρα επανάσταση» που είχε κάνει πραγματικότητα την Άμεση Λαϊκή Εξουσία. Κάποιοι μιλούν για «λάθη της ηγεσίας», άλλοι για συμβιβασμό και κάποιοι άλλοι για αυτοϋπονόμευση και προδοσία. Την απάντηση θα τη δώσει στην ώρα της η ιστορία, αφού θα έχει μελετήσει όλο το σχετικό υλικό, στο οποίο θα συμπεριλαμβάνεται ασφαλώς και το υλικό των τεσσάρων Διασκέψεων της Μόσχας53, της Διάσκεψης του Καΐρου, της Τεχεράνης54 και φυσικά της Συμφωνίας της Γιάλτας55.

Εκείνο που θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε εμείς σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά από την όλη περιπέτεια του ‘Κώδικα Ποσειδώνα’, είναι πως στους κόλπους της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης αναπτύχθηκε μια γνήσια Λαϊκή Επανάσταση ‘από τα κάτω’ που θεμελίωσε την Άμεση Λαϊκή Εξουσία και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη, με στόχο τον σοσιαλισμό της Άμεσης Δημοκρατίας και της Κοινωνικής Αυτοδιεύθυνσης. Παράλληλα, όμως, παρεισέφρησε μια πανούργα πολυκέφαλη ‘αντεπανάσταση από τα πάνω και από τα έξω’, που, η μισή, ως εκφραστής της σοβιετικής αντίληψης, αλληθώριζε προς τη ‘δικτατορία του προλεταριάτου’ και η άλλη μισή, ως εκφραστής της αγγλικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής, πάσχιζε να σώσει το σύστημα με την παλινόρθωση της ‘κοινοβουλευτικής δημοκρατίας’. Είναι προφανές πως και οι δυο αυτές αντιλήψεις, ως ασυμβίβαστες με την Αμεσοδημοκρατική Λαϊκή Εξουσία του ‘Κώδικα Ποσειδώνα’, έβλεπαν εχθρικά την εφαρμογή του. Με την αντιδραστική θεωρία περί ‘μαζών’ και ‘πρωτοπορίας’, οι δυο αυτές τάσεις συμμάχησαν και, αφού υφάρπαξαν την ηγεσία της Εθνικής Αντίστασης, παραμέρισαν τον Κώδικα Ποσειδώνα και επέβαλαν τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος, στο πλαίσιο των στενών ταξικών και κομματικών συμφερόντων τους και κύρια των συμφωνιών των προστατών τους. Υπάρχει, όμως, και μια ανθεκτική ιστορική πραγματικότητα που έρχεται από πολύ μακριά και ως σταθερά της ιστορίας και του ανθρωπισμού πορεύεται, αργά ίσως αλλά σταθερά, προς το Αύριο διαμορφώνοντας τους όρους για ένα καλύτερο κόσμο, για ένα καλύτερο μέλλον της ανθρωπότητας, κι αυτή η σταθερά αποτυπώθηκε για μια ακόμα φορά στο αταξικό πνεύμα του Κώδικα Ποσειδώνα.

  1. Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Αταξική Δημοκρατία και Ουμανισμός στον 21ο αιώνα, στο συλλογικό τόμο: Η Άμεση Δημοκρατία στον 21ο αιώνα, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2013.
  2. Βλέπε αναλυτικά στο: Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον ουμανισμό. ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.
  3. «Πάρα πολλά στοιχεία μαρτυρούν ‘Κλέφτικα και Καπετανάτα’… ακόμα και στο Βυζάντιο». Παπαρούνης Παναγιώτης, Τουρκοκρατία, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα χ. χ., σ. 418. «Η βυζαντινή φεουδαρχία ήταν τόσο σκληρή και άσπλαχνη, που οι σκλάβοι της γης, οι δουλοπάροικοι, βαρυγκομούσαν και ήθελαν να αλλάξουν…». Κορδάτος Γιάννης, Ιστορία του αγροτικού κινήματος στην Ελλάδα, Μπουκουμάνης, Αθήνα 1973, σ. 33.
  4. Πανταζόπουλος Νίκος, «Ο ελληνικός κοινοτισμός και η νεοελληνική κοινοτική παράδοση», περιοδικό Άρδην, τεύχ. 43, 27.05.2011.
  5. Βουρνάς Τάσος, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, εκδ. Τολίδη, Αθήνα χ.χ., σ. 31.
  6. Μοσκώφ Κωστής, Η εθνική και κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα 1830-1909. Ιδεολογία του μεταπρατικού χώρου, Αθήνα 1974, σ. 75 κ.ε.
  7. Βλ. σχετικά, Λάμπος Κώστας, Συνεταιρισμοί και ανάπτυξη, ΤΥΠΩΘΗΤΩ – ΔΑΡΔΑΝΟΣ, Αθήνα 1999, σ. 23 κ.ε.
  8. Καραβίδας Κ. Δ., Αγροτικά, Παπαζήσης, Αθήνα 1978, σ. 234.
  9. Κλήμης Αριστείδης, «Η συνεργασία των ατόμων στον ελληνικό χώρο», στο: Θέματα Συνεταιρισμών και Αγροτικής Οικονομίας, τεύχ. 75/1983, σ.5413 κ.ε.
  10. «Είναι γεγονός ότι οι περίοδοι ακμής των Ελλήνων ήσαν εκείνες που διαπνέονταν από κοινοτικό πνεύμα και ήθος, από την αρχαία πόλη-κράτος έως τις κοινότητες κατά την οθωμανική αυτοκρατορία». Σταματόπουλος Γιώργος, «Ο κοινοτισμός ως εναλλακτική πρόταση στην παγκοσμιοποίηση», στην Ελευθεροτυπία, 10.12.2003.
  11. Βακαλόπουλος Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1964, τόμ. Β 1, σ. 5, παρατίθεται στο Μοσκώφ Κωστής, Εθνική…, ό.π., σ. 75.
  12. Καραβίδας Κ. Δ., Αγροτικά, ό.π., σ. 235.
  13. «Εκείνοι οι άφρονες και μωροί άνθρωποι όπου κράζονται προεστοί και άρχοντες, οίτινες,… καυχώνται εις το να δεικνύονται πιστοί οπαδοί και δούλοι του τυράννου εκούσιοι», Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, Κάλβος, Αθήνα 1968, σ. 89.
  14. «Εκατόν χιλιάδες, και ίσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι, ζώσιν αργοί και τρέφονται από τους ιδρώτας των ταλαίπωρων και φτωχών Ελλήνων… Δεν είναι κρυφόν ότι οι πνευματικοί αναφέρουσι κάθε υπόθεσιν οπού ακούουσιν από τους χριστιανούς εις τον αρχιερέα και αυτός ευθύς κάμνει ένα κατάλογον με προσθήκην και τον προσφέρει του τυράννου εις τρόπον ώστε η εξομολόγησις την σήμερον είναι έν μέσον προδοσίας… Το ελληνικόν ιερατείον εμποδίζει την ελευθέρωση των Ελλήνων και αύτη είναι η πρώτη και η μεγαλυτέρα αιτία όπου ευρισκόμεθα υπό της οθωμανικής τυραννίας», ό.π., σ. 118 και 127.
  15. Καραβίδας Κώστας, Κοινοτισμός και Σοσιαλισμός, εκδ. Κοραή, Αθήνα 1930, σ. 59-61.
  16. Βλ. Λάμπος Κώστας, Από την κρίση στην υπέρβαση του ελληνικού περιφερειακού καπιταλισμού, Αιχμή, Αθήνα 1988.
  17. Πανταζόπουλος Νίκος, Ο ελληνικός κοινοτισμός…, ό.π.
  18. Μπέλτσιος Θανάσης, «Η εν Κρήτη Σοσιαλιστική Πολιτεία του Σταύρου Καλλέργη. Ο Δήμος στην πολιτική σκέψη των πρώιμων σοσιαλιστών», στο περιοδικό Ευτοπία, τεύχ. 18, Γενάρης 2010, σ. 63.
  19. Ό.π.
  20. Ό.π., σ. 66.
  21. Για μιά διεξοδική ανάλυση αυτής της περιόδου βλ. Λάμπος Κώστας, Εξάρτηση, προχωρημένη υπανάπτυξη και αγροτική οικονομία της Ελλάδας, Αιχμή, Αθήνα 1983.
  22. Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί θεσμοί της Εθνικής Αντίστασης, Γλάρος, Αθήνα 1989, σ. 9.
  23. Γλέζος Μανώλης, Εθνική Αντίσταση 1940-1945, Στοχαστής, τόμ. 1ος Αθήνα 2009, 5η έκδ., σ. 51.
  24. Βλέπε αναλυτικά στο: Λάμπος Κώστας, Συνεταιρισμοί και ανάπτυξη, ΤΥΠΩΘΗΤΩ – ΔΑΡΔΑΝΟΣ, Αθήνα 1999.
  25. Κουτσουμπός Θεόδωρος, «Μορφές εναλλακτικής εξουσίας στην ελεύθερη Ελλάδα κατά την Κατοχή»,: http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/3504/1/koytso
  26. Μπέικος Γεωργούλας, Η λαϊκή εξουσία στην ελεύθερη Ελλάδα, Θεμέλιο, Αθήνα 1979, 2η έκδ., τόμ. 1ος, σ. 74.
  27. Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί θεσμοί…, ό.π., σ. 21.
  28. Τη ‘Συμβιβαστική’ αποτελούσαν δύο γεωργοί, δύο κτηνοτρόφοι εκλεγμένοι σε γενική συνέλευση από τους κατοίκους του χωριού, ο Πρόεδρος της Κοινότητας, ο δάσκαλος και ο παπάς. Χρέη Γραμματέα έκανε ο Γραμματέας της ΦΕΚ, Μπέικος Γεωργούλας, Η λαϊκή εξουσία…, ό.π., τόμ. 1ος, σ. 75. Βλ. επίσης Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί θεσμοί…, ό.π., σ. 21 κ.ε.
  29. Χαρακτηριστική για την περί δικαίου αντίληψη της Λαϊκής Δικαιοσύνης είναι η περίπτωση του γιατρού Κώστα Μπακόλα, ο οποίος καταδικάστηκε το 1937 από τη Συμβιβαστική Επιτροπή του χωριού Μαυρομάτα σε έξι μήνες δημόσιας περιφρόνησης, γιατί εκμεταλλευόταν τη θέση του, ως γιατρός του χωριού, και έκανε προπαγάντα υπέρ της μεταξικής δικτατορίας και του χιτλερικού εθνικοσοσιαλισμού, βλ.: Μπέικος Γεωργούλας, Η λαϊκή εξουσία…, ό.π., τόμ. 1ος, σ. 76.
  30. Ό.π., σ. 75-77.
  31. Ό.π., σ. 71.
  32. Αναλυτικά βλ. σχετικά, Μανώλης Γλέζος, Εθνική Αντίσταση.., ό.π., σ. 813 κ.ε.
  33. Για περισσότερες σχετικές πληροφορίες από πρώτο χέρι βλ., ό.π., τόμ. 1ος, σ. 341 κ.ε., και τόμ. 2ος, σ. 913 κ.ε.
  34. Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί θεσμοί…, ό.π., σ. 17 κ.ε.
  35. Ό.π., σ. 25.
  36. Ολόκληρο το κείμενο του Κώδικα στο: Μπέικος Γεωργούλας, Η Λαϊκή εξουσία…, ό.π., τόμ. 2ος, σ. 133-152 και Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί θεσμοί…, ό.π., σ.111-124.
  37. «Αν και στελέχη του ΚΚΕ, οι υπεύθυνοι του ΕΑΜ (και συντάκτες του Κώδικα Ποσειδώνα) φαίνεται πως ενεργούσαν περισσότερο με βάση την ιδεολογική επίδραση των ‘σοβιέτ’ και τη γνώση των συνθηκών της περιοχής, παρά σαν εντολοδόχοι της κεντρικής ηγεσίας τους, που εκδήλωνε μέτριο και επιφυλακτικό ενδιαφέρον για τους νέους θεσμούς», Τυροβούζης Χρήστος, Αυτοδιοίκηση και Λαϊκή Δικαιοσύνη 1942-1945, Προσκήνιο, Αθήνα 1991, σ. 57.
  38. Βλ. το πλήρες κείμενο στο Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί…, ό.π., σ. 124-139.
  39. Βλ. το πλήρες κείμενο στο Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί…, ό.π., σ. 139-179.
  40. Ό.π., σ. 140.
  41. Ό. π., σελ. 175-176.
  42. Ό.π., σ. 169.
  43. Μπέικος Γεωργούλας, Η λαϊκή εξουσία…, ό.π., τόμ. 2ος, σ.169 και 170.
  44. «Σοβαρές παρεκκλίσεις της πολιτικής γραμμής δεν είχαμε στην περιοχή μας. Τα λάθη της καθοδήγησης του Βόλου έσπευσε επί τόπου το θεσσαλικό γραφείο του ΚΚΕ και τα διόρθωσε έγκαιρα, όπως έκανε το ίδιο και με τους εξτρεμισμούς για εξουσία, για εαμικό κράτος στον Αλμυρό, στα Φάρσαλα, η ‘Κόκκινη Δικτατορία της Καλαμπάκας’ κ.λπ., και χρειάστηκε μόνιμη επαγρύπνηση της κομματικής καθοδήγησης για την προφύλαξη ή έγκαιρη εξουδετέρωση τέτοιων τάσεων», Δηλώσεις του Κώστα Καραγιώργη στις 5 Μαΐου στη Ρεντίνα, αναφέρεται στο: Κουτσουμπός Θόδωρος, Μορφές εναλλακτικής εξουσίας…, ό.π., σ. 130.
  45. «Η ιδέα της δημιουργίας ενός τέτοιου συντονιστικού οργάνου, που θα ασκούσε καθήκοντα λαϊκοδημοκρατικής κυβερνητικής εξουσίας, έγινε αισθητή από την αρχή του 1943. Ήδη παντού στην Ελεύθερη Ελλάδα οι λαοκρατικοί θεσμοί της Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης, λειτουργούσαν με την ευθύνη των οργανώσεων… και γενικά είχε διαμορφωθεί το κράτος του βουνού που πολεμούσε και ταυτόχρονα θεμελίωνε τη μελλοντική μορφή της ελεύθερης και λαοκρατούμενης ελληνικής πολιτείας», ό.π., σ. 65.
  46. «Ένας λόγος, ο οποίος από τα πράγματα υποχρέωνε στην ίδρυση κυβέρνησης στην Ελεύθερη Ελλάδα ήταν το γεγονός ότι η αυτοδιοίκηση είχε φτάσει από τον πρώτο βαθμό (Κοινότητες), στο δεύτερο (Επαρχίες), στον τρίτο (Νομοί) και στον τέταρτο (Περιφέρειες). Η φυσική συνέχεια συνεπώς ήταν η διοίκηση να επεκταθεί και στο σύνολο της επικράτειας, σε εθνικό επίπεδο», Γλέζος Μανώλης, Εθνική Αντίσταση…, ό.π., τόμ. 2ος, σ. 827.
  47. Χατζής Θανάσης, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε, Δωρικός, Αθήνα 1982, τόμ. 2ος σ. 329, παρατίθεται στο: Γλέζος Μανώλης, Εθνική Αντίσταση…, ό.π., τόμ. 2ος, σ. 826, σημ. 29 και Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί θεσμοί.., ό.π., σ. 71.
  48. Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί θεσμοί…, ό.π., σ. 67-68.
  49. Ό.π., σ. 71.
  50. Βλέπε σχετικά, Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της παρακμή;, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.
  51. Βλέπε Λάμπος Κώστας, Νεογερμανισμός. Ο νέος Εφιάλτης της Ευρώπης, στο: http://www.anixneuseis.gr/?p=30341, http://www.infonewhumanism.blogspot.com, και Neogermanismus. Der neue Albtraum Europas, στο: http://www.scribd.com/doc/82050648/,
  52. «Δεν είναι η πρώτη φορά που για να κατανοήσεις το μέλλον της Ευρώπης χρειάζεται να στραφείς μακριά από τις μεγάλες δυνάμεις στο κέντρο της ηπείρου και να κοιτάξεις προσεκτικά όσα συμβαίνουν στην Αθήνα. Τα τελευταία 200 χρόνια η Ελλάδα ήταν στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης της Ευρώπης. Στη δεκαετία του 1820, στη διάρκεια του αγώνα για την ανεξαρτησία από την οθωμανική αυτοκρατορία, η Ελλάδα έγινε ένα πρώιμο σύμβολο δραπέτευσης από τη φυλακή της αυτοκρατορίας.…η Ελλάδα ήταν επίσης στην πρωτοπορία της αντίστασης στους ναζιστές. Τον χειμώνα του 1940-41, ήταν η πρώτη χώρα που αντεπιτέθηκε αποτελεσματικά κατά των δυνάμεων του Άξονα, ταπεινώνοντας τον Μουσολίνι στον ελληνοϊταλικό πόλεμο ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη επευφημούσε την Ελλάδα…, ο κλήρος πέφτει και πάλι στην Ελλάδα ως χώρας να προκαλέσει τους μανδαρίνους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να θέσει το ερώτημα: “ποιο θα είναι το μέλλον της ηπείρου;” Η Ευρωπαϊκή Ένωση υποτίθεται ότι θα ένωνε μια κατακερματισμένη Ευρώπη, ότι θα ενίσχυε τις δημοκρατικές της δυνατότητες και ότι θα μεταμόρφωνε την ήπειρο σε μια ανταγωνιστική δύναμη στην παγκόσμια σκηνή. Είναι ίσως ταιριαστό που ένα από τα αρχαιότερα και πιο δημοκρατικά έθνη-κράτη της Ευρώπης βρίσκεται στην καινούργια εμπροσθοφυλακή, όσων θέτουν εν αμφιβόλω όλα αυτά τα επιτεύγματα. Γιατί είμαστε όλοι μικρές δυνάμεις τώρα, και για άλλη μια φορά η Ελλάδα πολεμάει στην πρώτη γραμμή του αγώνα για το μέλλον», Μαζάουερ Μαρκ, «Η Ελλάδα το λίκνο της Δημοκρατίας κλονίζει τον πλανήτη», στο: http://www.pressinaction.gr/politiki/item/2033-new-york-times-i-ellada-likno-tis-dimokratias-klonizei-ton-planiti.
  53. Η πρώτη Διάσκεψη της Μόσχας έλαβε χώρα από τις 29 Σεπτεμβρίου έως και την 1η Οκτωβρίου του 1941. Ο Άβερελ Χάριμαν, Πρεσβευτής των ΗΠΑ στην ΕΣΣΔ, εκπροσωπώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και ο Λόρδος Μπίβερμπρουκ, εκπροσωπώντας το Ηνωμένο Βασίλειο, συναντήθηκαν με τον Ιωσήφ Στάλιν για να εγγυηθούν ότι οι δύο αυτές συμμαχικές δυνάμεις θα βοηθούσαν και θα υποστήριζαν την Σοβιετική Ένωση στον κοινό αγώνα κατά της Ναζιστικής Γερμανίας. Η Δεύτερη Διάσκεψη της Μόσχας έλαβε χώρα από τις 12 μέχρι τις 17 Αυγούστου του 1942. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο ειδικός απεσταλμένος του Προέδρου των ΗΠΑ Άβερελ Χάριμαν και ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης Ιωσήφ Στάλιν σχεδίασαν την Εκστρατεία στη Β. Αφρική και συζήτησαν για την αποβίβαση στρατευμάτων και το άνοιγμα ενός νέου μετώπου στη Βόρεια Γαλλία. Η Τρίτη Διάσκεψη της Μόσχας έλαβε χώρα από τις 18 Οκτωβρίου μέχρι τις 11 Νοεμβρίου του 1943 στο Κρεμλίνο. Η συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, Άντονι Ήντεν, των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Κόρντελ Χωλ, και της Σοβιετικής Ένωσης, Βιατσεσλάβ Μιχαήλοβιτς Μολότωφ, οδήγησε στη Διακήρυξη της Μόσχας και στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Συμβουλευτικής Επιτροπής (EAC). H Τέταρτη Διάσκεψη της Μόσχας, γνωστή και ως Διάσκεψη του Τολστόι λόγω του κωδικού ονόματός της Τολστόι, μεταξύ των Συμμάχων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έλαβε χώρα στη Μόσχα από τις 9 Οκτωβρίου έως τις 19 Οκτωβρίου του 1944. Αντιπρόσωποι της Σοβιετικής Ένωσης στη διάσκεψη ήταν ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης Ιωσήφ Στάλιν και ο Σοβιετικός υπουργός εξωτερικών Βιατσεσλάβ Μιχαήλοβιτς Μολότωφ. Αντιπρόσωποι του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ και ο Βρετανός υπουργός εξωτερικών Άντονι Ήντεν. Ο Βρετανός Γενικός Αρχηγός των Επιτελείων Sir Άλαν Μπρουκ ήταν παρών, όπως και ο πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής στη Μόσχα, Άβερελ Χάριμαν, και ο Αμερικανός στρατηγός Τζον Ντιν, ως παρατηρητές και αντιπρόσωποι των ΗΠΑ. Θέματα που συζητήθηκαν στη διάσκεψη ήταν η είσοδος της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας, η μεταπολεμική διαίρεση των Βαλκανίων και τα ποσοστά επιρροής Σοβιετικών-Ηνωμένου Βασιλείου με τη μυστική Συμφωνία των Ποσοστών, καθώς και το μέλλον της Πολωνίας και της Ελλάδας
  54. Η Διάσκεψη της Τεχεράνης ήταν διάσκεψη κορυφής μεταξύ των ηγετών των Συμμάχων υπό το κωδικό όνομα EUREKA. Διεξήχθη στην Τεχεράνη από τις 28 Νοεμβρίου έως την 1η Δεκεμβρίου 1943. Σε επίπεδο ηγετών συμμετείχαν ο Αμερικανός Πρόεδρος Φράνκλιν Ρούζβελτ, ο Βρετανός Πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ και ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης Ιωσήφ Στάλιν. Ακολούθησε χρονικά τη Διάσκεψη του Καΐρου, η οποία έληξε στις 27 Νοεμβρίου 1943 χωρίς την παρουσία του Στάλιν αλλά με παρουσία του Τσανγκ Κάι Σεκ. Οι αποφάσεις που λήφθηκαν στη διάσκεψη της Τεχεράνης ήταν προοίμιο των αποφάσεων που επικυρώθηκαν στη Διάσκεψη της Γιάλτας το 1945 και υπό αυτή την άποψη θεωρείται μια από τις πιο σημαντικές διασκέψεις του Πολέμου.
  55. Η Συμφωνία της Γιάλτας ή των ποσοστών ήταν μία συμφωνία μεταξύ του Ιωσήφ Στάλιν και του Ουίνστον Τσώρτσιλ σχετικά με τη διαίρεση της νοτιοανατολικής Ευρώπης σε σφαίρες επιρροής. Στις 9 Οκτωβρίου 1944, λίγους μήνες πριν τη Διάσκεψη της Γιάλτας, οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν στην τέταρτη Διάσκεψη της Μόσχας, όπου, σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του, ο Τσώρτσιλ πρότεινε η Σοβιετική Ένωση να έχει 90% επιρροή στην Ρουμανία και 75% στην Βουλγαρία, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο να έχει 90% επιρροή στην Ελλάδα. Ο Τσώρτσιλ επίσης πρότεινε στην Ουγγαρία και την Γιουγκοσλαβία να έχουν 50% επιρροή και οι δύο. Στη συνέχεια ο Τσώρτσιλ έγραψε τη συμφωνία με μπλε μολύβι σε μία χαρτοπετσέτα, την οποία έδωσε στον Στάλιν, και αφού την ενέκρινε ο Στάλιν του την επέστρεψε. “Δεν θα θεωρηθεί πολύ κυνικό αν φανεί πως διευθετήσαμε τη μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων, με έναν τόσο “πρόχειρο” τρόπο; Ας κάψουμε το χαρτί“, είπε ο Τσώρτσιλ. “Όχι, κράτα το“, απάντησε ο Στάλιν. Οι υπουργοί εξωτερικών των δύο χωρών, Άντονι Ήντεν και Βιατσεσλάβ Μιχαήλοβιτς Μολότωφ, διαπραγματεύτηκαν τα ποσοστά της συμφωνίας στις 10 και 11 Οκτωβρίου. Κατάληξη αυτής της συζήτησής ήταν η αύξηση των ποσοστών επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης στη Βουλγαρία και την Ουγγαρία κατά 80%. Αν η συμφωνία αυτή ήταν πράγματι αληθινή, ο Στάλιν κράτησε τον λόγο του όσον αφορά την Ελλάδα. Η Βρετανία υποστήριξε τις δυνάμεις της Ελληνικής Κυβέρνησης κατά τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, ενώ η Σοβιετική Ένωση δεν βοήθησε καθόλου τους κομμουνιστές του ΔΣΕ. Βέβαια, αυτή η κυνικότητα αμφισβητήθηκε από πολλούς και δεν επιβεβαιώθηκε από τους άλλους πρωταγωνιστές, αν και επιβεβαιώθηκε από τη ζωή μέχρι κεραίας.

Γράφει: ο Κώστας Λάμπος
Πηγή: Πρωτοβουλία Διαλόγου για την Άμεση Δημοκρατία και τον Ουμανισμό. Ecumenical Humanism

Το ΤΑΙΠΕΔ «ακύρωσε» ΤΕΕ και… Σγουρό για το ξεπούλημα.

elegktiko_synedreio

Εκδικάστηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο η αίτηση αναίρεσης της Περιφέρειας Αττικής για το ξεπούλημα του Ελληνικού.

Σε ευθεία αμφισβήτηση του Τεχνικού Επιμελητηρίου κατέφυγε το ΤΑΙΠΕΔ, για να δικαιολογήσει το ξεπούλημα του Ελληνικού. Κατά τη χθεσινή εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης της Περιφέρειας Αττικής στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο νομικός εκπρόσωπος του Ταμείου υποστήριξε ότι η μελέτη για τον υπολογισμό της αξίας του δημόσιου «φιλέτου» δεν έγινε από δημόσια αρχή(!), παραβλέποντας το γεγονός ότι το ΤΕΕ είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και ο θεσμοθετημένος τεχνικός σύμβουλος της Πολιτείας.

Με βάση τη μελέτη, η αξία των 6.200 στρεμμάτων ανέρχεται σε 2,95 δισ. ευρώ και σε περίπτωση άμεσης καταβολής του ποσού σε 1,86 δισ. ευρώ, όταν το ΤΑΙΠΕΔ πανηγύρισε για το τίμημα των 915 εκατ. ευρώ, από τα οποία τα 300 εκατ. θα δοθούν μετά την επικύρωση της σύμβασης και τα υπόλοιπα σε βάθος δεκαετίας.

«Ο διαγωνισμός είναι γνωστός από το 2012 και σε αυτό το διάστημα η Περιφέρεια Αττικής δεν έχει εκφράσει αντιρρήσεις», ανέφερε ο νομικός εκπρόσωπος του ΤΑΙΠΕΔ και στην ουσία «άδειασε» τον πρώην περιφερειάρχη Γ. Σγουρό. Διαφορετική είναι η στάση της σημερινής περιφερειακής αρχής, η οποία με χθεσινή ανακοίνωσή της επιμένει στην προάσπιση της δημόσιας περιουσίας και διεκδικεί την έκταση των 40 στρεμμάτων όπου λειτουργεί το ΚΤΕΟ Ελληνικού, το οποίο τής ανήκει.

Στη συνεδρίαση εξετάστηκε η αίτηση ακύρωσης για το ίδιο θέμα που έχει υποβάλει ως πολίτης ο δικηγόρος Γιώργος Λ. Κόκκας, ο οποίος εκπροσώπησε επίσης την πολιτική κίνηση «Ελληνικό Κίνημα Άμεσης Δημοκρατίας» και την Ένωση Προσώπων «Συσπείρωση για Δημοκρατία και Σεισάχθεια».

Συντάκτης: Χαρά Τζαναβάρα
Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Πότε έχει αυτοδυναμία το πρώτο κόμμα με τον ισχύοντα στις 25-1-15 εκλογικό νόμο.

autodinameia-ekloges-2015-1

Πληθαίνουν τα σενάρια και οι συζητήσεις για την επομένη των εκλογών και στο επίκεντρο βρίσκεται το ερώτημα εάν θα υπάρχει ή όχι αυτοδυναμία. Το ενδιαφέρον είναι να εξετάσει κανείς τα «τερτίπια» του ισχύοντος εκλογικού νόμου και να έχει ως δεδομένο ότι ο στόχος της αυτοδυναμίας είναι ευκολότερος από ποτέ για το πρώτο κόμμα, ιδιαίτερα αν μείνουν εκτός Βουλής κόμματα που θα συγκεντρώσουν έναν σημαντικό αριθμό ψήφων.

autodinameia-ekloges-2015-2

Σύμφωνα με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο το ποσοστό για την εξασφάλιση 151 εδρών από το πρώτο σε ψήφους κόμμα κινείται στο 40,4% και μπορεί να υποχωρήσει πολύ περισσότερο αν συντρέξουν κι άλλες προϋποθέσεις, όπως για παράδειγμα η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ψήφων από κόμματα που δεν θα κατορθώσουν να συγκεντρώσουν το όριο του 3% και θα μείνουν εκτός Κοινοβουλίου.

Όπως υπολογίζουν οι ειδικοί αναλυτές του νέου εκλογικού συστήματος, το απαιτούμενο ποσοστό αυτοδυναμίας θα υποχωρεί κατά 0,4% – από το 40,4% που θεωρείται ως αρχικό όριο – για κάθε 1% επιπλέον ψήφους που θα συγκεντρώνουν κόμματα τα οποία δεν θα κατορθώσουν να µπουν στη Βουλή. Έτσι, στην περίπτωση που φτάσουμε σε ποσοστά ψήφων συνολικά χωρίς αντιπροσώπευση πάνω από 10% θεωρείται ότι ένα κόμμα μπορεί να κατακτήσει την αυτοδυναμία και µε ποσοστό που δεν θα υπερβαίνει το 36%.

Άρα, η αυτοδυναμία δεν εξαρτάται κυρίως από τον αριθμό των κομμάτων που θα εισέλθουν στη Βουλή. Ασφαλώς αυτό αποτελεί καθοριστικό παράγοντα, αλλά όχι τον καθοριστικότερο, ο οποίος είναι ο αριθμός των ψήφων προς τα κόμματα µε πανελλαδικό ποσοστό κάτω του 3%.

Εφόσον ωστόσο δεν καταγραφούν ακραίες διακυμάνσεις στις ψήφους προς τα κοινοβουλευτικά κόμματα σε κάποιες Περιφέρειες, εκτιμάται ότι το πρώτο σε ψήφους κόμμα μπορεί να κατακτήσει πλέον την αυτοδυναμία µε 36,5% εφόσον στη Βουλή εκπροσωπηθούν πέντε κόμματα.

Αντιθέτως, αν τα κόμματα που θα εκπροσωπηθούν στην επόμενη Βουλή είναι έξι (όπως υποστηρίζουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις), τότε το πρώτο κόμμα χρειάζεται ένα ποσοστό της τάξεως του 38,1% για να διαθέτει απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. Αν μάλιστα τα κόμματα που θα µπουν στη Βουλή είναι επτά, τότε το πρώτο κόμμα χρειάζεται ποσοστό άνω του 40% για να έχει την αυτοδυναμία.

Σύμφωνα µε τις διατάξεις του εκλογικού νόμου, το πρώτο σε ψήφους κόμμα διασφαλίζει αυτοδυναμία στη Βουλή σε κάθε περίπτωση εφόσον συγκεντρώσει ποσοστό άνω του 40,4%. Στην πραγματικότητα, όμως, θα πρέπει να θεωρεί βέβαιη την αυτοδυναμία του και µε ποσοστό άνω του 39,5%, αφού είναι σχεδόν αδύνατον να συγκεντρωθούν όλες οι ψήφοι από κόμματα που θα µπουν στη Βουλή. Όσο περισσότερες είναι οι ψήφοι που θα πάνε σε κόμματα που δεν θα εισέλθουν στο Κοινοβούλιο, τόσο λιγότερο ποσοστό απαιτείται για την αυτοδυναμία.

Για παράδειγμα, αν οι ψήφοι σε κόμματα που θα μείνουν εκτός Βουλής ξεπεράσουν το 3% του συνόλου, τότε η αυτοδυναμία διασφαλίζεται και µε ποσοστό 39,2%. Αν οι ψήφοι των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής υπερβούν το 5% του συνόλου, τότε η αυτοδυναμία διασφαλίζεται και µε 38,4%.

autodinameia-ekloges-2015-3

Άρθρο του Ιωάννη Μαρτέλλου
Πηγή:
New Post