ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ: Η συμμετοχική δημοκρατία

ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ: Η συμμετοχική δημοκρατία είναι ένας τύπος φιλελεύθερης δημοκρατίας, η οποία δίνει έμφαση στην ευρεία εμπλοκή των Πολιτών, στην διεύθυνση και διαχείριση των πολιτικών υποθέσεων

Έχουμε την εντύπωση ότι, αν και μέχρι χθες η Ελλάδα μάλλον είχε την επιλογή της χρεοκοπίας, ήταν ελεύθερη δηλαδή όσον αφορά τη συγκεκριμένη, οδυνηρή απόφαση, η δυνατότητα αυτή έχει πλέον «εκλείψει» – ταυτόχρονα ίσως με την ψευδαίσθηση πως το ΔΝΤ θα δίσταζε να λεηλατήσει τόσο το δημόσιο, όσο και τον ιδιωτικό πλούτο της. Όταν όμως κανείς παίζει σκάκι με το διάβολο, η παρτίδα είναι συνήθως χαμένη. Εάν δε επιτρέψει σε μία εγκληματική οργάνωση να εισβάλλει στο σπίτι του για να τον «προστατεύσει», είναι προφανώς πολύ δύσκολο να αποφύγει ο ίδιος τη ληστεία – ενώ είναι ανόητο να μην την αναμένει. Εν τούτοις, η δύναμη δεν δημιουργεί Δίκαιο και δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούμε παρά μόνο τις νόμιμες δυνάμεις (J.J.Rousseau).

Ανεξάρτητα από όλα αυτά, όπως έχουμε αναλύσει στο κείμενο μας «Η τελική, αντίστροφη μέτρηση», “Εκτός των γενικότερων προβλημάτων της εξόδου μίας χώρας από την Ευρωζώνη (άρθρο μας), έχουμε την άποψη ότι, θα ήταν σίγουρα σωστό να μην είχαμε εισέλθει στο χώρο του Ευρώ, αφού είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον να ανταγωνιστούν οι δικές μας επιχειρήσεις, αυτές των ανεπτυγμένων χωρών του ευρωπαϊκού Βορά – πόσο μάλλον όταν, ενώ εμείς «χρησιμοποιούσαμε» τη συμμετοχή μας ανόητα για την αύξηση του δανεισμού μας, η Γερμανία λειτουργούσε με απόλυτη ιδιοτέλεια, ύπουλα και επιθετικά, υποτιμώντας εσωτερικά το κοινό νόμισμα. Εν τούτοις, είναι πλέον αδύνατον να εξέλθουμε, τουλάχιστον για τους εξής λόγους:

 

(α)  Το δημόσιο χρέος μας είναι (και θα παρέμενε βέβαια) σε Ευρώ. Επομένως, μία επαναφορά του εθνικού μας νομίσματος (δραχμή), το οποίο θα έπρεπε να υποτιμηθεί τουλάχιστον κατά 20% (η διαφορά μας με το γερμανικό ευρώ είναι της τάξης του 35%), θα είχε σαν αποτέλεσμα μία ανάλογη αύξηση του χρέους μας. Το δημόσιο χρέος μας τώρα, ύψους 340 δις € (2010), θα εκτοξευόταν «αυτόματα» στα 408 δις € (20%), ενώ θα επιβαρυνόταν επί πλέον από το κόστος της κρίσης (40%), έτσι όπως το έχουμε ήδη αναλύσει (σε δραχμές, θα ξεπερνούσε τα 500 δις €).

 

(β)  Το επιτόκιο του χρέους μας θα αυξανόταν πολύ περισσότερο από το ύψος των σημερινών spreads – αν και θα ήταν μάλλον απίθανη η συνέχιση του δανεισμού μας από τις «αγορές», ανεξαρτήτως επιτοκίων, αφού το δημόσιο χρέος μας θα υπερέβαινε κατά πολύ το 200% του ΑΕΠ μας.

 

(γ)  Τα ίδια θα συνέβαιναν και με το ιδιωτικό χρέος μας (τράπεζες, επιχειρήσεις, νοικοκυριά) – τουλάχιστον όσον αφορά το μέρος που έχουμε δανεισθεί από το εξωτερικό.

 

(δ) Τα αποτελέσματα της τραπεζικής κρίσης, καθώς επίσης του υπερπληθωρισμού που θα ακολουθούσαν την επαναφορά της δραχμής (οι τράπεζες οφείλουν σε ευρώ), θα ήταν κατά πολύ χειρότερα από αυτά της Αργεντινής – οπότε θα ήταν αδύνατον να ανταπεξέλθει η Οικονομία μας.

 

(ε)  Για να ήταν βιώσιμη η Ελλάδα εκτός της ζώνης του ευρώ, θα έπρεπε το δημόσιο χρέος της να μην υπερέβαινε το 50% του ΑΕΠ της – άρα, τα 120 δις €. Επομένως, μαζί με την επαναφορά της δραχμής, θα έπρεπε να βρεθεί τρόπος διαγραφής χρεών, ύψους τουλάχιστον 300 δις € – συμπεριλαμβανομένου του κόστους της υποτίμησης του νέου νομίσματος, αλλά μόνο εν μέρει την επιβάρυνση της κρίσης”.

Υπό την τελευταία προϋπόθεση, εάν δηλαδή μπορούσαμε να διαγράψουμε 300 δις €, θα ήταν ευχής έργο η, έστω και μονομερής, αποχώρηση μας από την Ευρωζώνη – παραμένοντας στην ΕΕ και διευρύνοντας τον «ζωτικό» μας χώρο προς τη Ρωσία, την Κίνα, την πλησιέστερη Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Έτσι, θα μπορούσαμε ίσως να ξεκινήσουμε από την αρχή, επαναβιομηχανοποιώντας την Ελλάδα – χωρίς τις αρνητικές συνέπειες ενός μη άριστου νομισματικού χώρου, υπό τη διαρκή απειλή της υποταγής του στη Γερμανία και στο Καρτέλ. Οι εξαγωγές μας, οι οποίες είναι σχεδόν μηδενικές (Πίνακας Ι), θα αποτελούσαν αναμφίβολα την σημαντικότερη προτεραιότητα μας, σε μία τέτοια περίπτωση.

ΠΙΝΑΚΑΣ I: Εργαζόμενοι, ΑΕΠ σε δις $, εξαγωγές και εργαζόμενοι ανά εξαγωγές (παραγωγικότητα)

Χώρες Εργαζόμενοι ΑΕΠ* Εξαγωγές * Εξαγωγ/Εργ.
Ολλανδία 7,50 εκ. 644,6 δις 465,30 δις 62.040
Ελλάδα 4,94 εκ. 237,9 δις 25,76 δις 5.215
Σουηδία 4,66 εκ. 394,5 δις 176,5 δις 37.876
Αυστρία 3,56 εκ. 328,4 δις 158,30 δις 44.466
Δανία 2,90 εκ. 268,8 δις 102,10 δις 35.207
Φιλανδία 2,68 εκ. 210,5 δις 92,62 δις 34.560
Νορβηγία 2,50 εκ. 284,0 δις 136,10 δις 54.440

* 2007 σε δις $ , f.o.b.

Πηγή: ip

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σε σχέση με όλες τις άλλες χώρες που αναφέρονται στον Πίνακα I, υστερούμε εντελώς αδικαιολόγητα τόσο στις εξαγωγές, όσο και στην παραγωγικότητα των εργαζομένων μας. Ακόμη και η Πορτογαλία, με τα ελάχιστα σχετικά μέσα που διαθέτει,  πόσο μάλλον με τη γεωγραφική θέση που βρίσκεται, έχει διπλάσιες εξαγωγές από εμάς (περί τα 50 δις $). Επομένως, υπάρχει εύκολη διέξοδος για την Ελλάδα, αρκεί να ανοίξει νέες αγορές (Κίνα, Αραβία, Ρωσία κλπ), αυξάνοντας ταυτόχρονα την παραγωγικότητα των εργαζομένων της.

Περαιτέρω οι διαπιστώσεις μας, όσον αφορά την «καταναγκαστική» παραμονή μας στο χώρο του Ευρώ, από τον οποίο φυσικά κανένας δεν έχει το δικαίωμα να μας διώξει, δε σημαίνουν ότι δεν πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, σε σχέση με τυχόν «διάλυση» του. Η διάλυση αυτή, η κατάρρευση καλύτερα, δεν αποτελεί ένα εντελώς εξωπραγματικό σενάριο (άρθρο μας), αφού συνεχίζουν να αναπτύσσονται οι «φυγόκεντρες δυνάμεις» εντός της Ευρωζώνης –  παρά τις αντίθετες προθέσεις των Η.Π.Α. (Wall Street), πιθανότατα σε συνεργασία με τη Γερμανία (αν και η Γερμανία δεν διαθέτει ούτε τα στελέχη, ούτε τη δομή που θα μπορούσε να της εξασφαλίσει την ηγεμονία της ΕΕ). Εκτός αυτού, η «υποχρεωτική» παραμονή μας στην Ευρωζώνη δεν λύνει φυσικά τα προβλήματα της Οικονομίας μας τα οποία, κατά την άποψη μας, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε άμεσα – προς όφελος μας φυσικά και όχι για το καλό των δανειστών μας, χωρίς να στηριζόμαστε αποκλειστικά και μόνο σε ξένη βοήθεια.

Τέλος, έχουμε συμπεράνει πως, «Όσο περνάει πολύτιμος χρόνος, χωρίς ριζικές αποφάσεις, τόσο υψηλότερη θα γίνεται η απαιτούμενη διαγραφή χρεών και τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος χρεοκοπίας της χώρας μας – παράλληλα με την πλήρη  υποδούλωση της στους εντολείς του συνδίκου του διαβόλου». Ας μην ξεχνάμε ότι, η Αργεντινή τελικά χρεοκόπησε, μετά από πολύχρονη παραμονή στα «νύχια» του ΔΝΤ, από το οποίο στην κυριολεξία λεηλατήθηκε. Η πορεία των μεγεθών της οικονομίας μας, όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙ που ακολουθεί, είναι αρκετά «εύγλωττη», σε σχέση με τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας της χώρας μας.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Εξέλιξη ΑΕΠ, εσόδων, δαπανών και ελλειμμάτων (των ζημιών δηλαδή του κράτους) σε εκ. €, στην Ελλάδα

ΕΤΟΣ ΑΕΠ* Έσοδα Δαπάνες Έλλειμμα Δημόσιο Χρέος** Ποσοστό επί ΑΕΠ
2003 153.045 37.500 40.735 -3.235 179.008 117,00%
2004 164.421 40.700 45.414 -4.714 198.832 120,90%
2005 196.609 42.206 48.685 -6.479 209.723 118,90%
2006 213.085 46.293 50.116 -3.823 224.162 105,10%
2007 228.180 49.153 55.733 -6.580 237.742 104,20%
2008 239.141 51.680 61.642 -9.962 260.439 108,90%
2009 237.494 48.491 71.810 -30.866 298.524 125,68%
2010 231.000 52.700 66.188 -19.473 340.680 147,48%

Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών  (εκτιμήσεις σελ. 49 και 64)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* ΑΕΠ 2005 αναθεωρημένο, δηλαδή 20% περίπου «τεχνητά» αυξημένο σε σχέση με το 2004, μετά την πρόσθεση εσόδων από την «μαύρη οικονομία» εκ μέρους της κυβέρνησης, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί το ποσοστό του ελλείμματος και να βρεθεί εντός του συμφώνου σταθερότητας της Ε.Ε. (ουσιαστικά, πλασματικό ΑΕΠ).

** Χρέος κεντρικής κυβέρνησης

Τουλάχιστον από την αύξηση των δαπανών, φαίνεται καθαρά η αποκλειστική ευθύνη της Πολιτείας – αφού είναι η μοναδική υπεύθυνη για την «εκτροπή» τους. Δυστυχώς (άρθρο μας), αφού οι κυβερνήσεις έχουν στη διάθεση τους ένα ορισμένο «budget», έτσι όπως εμφανίζεται στον εκάστοτε ετήσιο προϋπολογισμό, δεν ξοδεύουν, όπως ο κάθε συνετός «οικογενειάρχης», το ποσόν που ευρίσκεται στα ταμεία τους, αλλά δανείζονται πολύ περισσότερα – χωρίς καθόλου να ρωτήσουν τους Πολίτες που εκπροσωπούν (κάτι που συμβαίνει συνεχώς, τουλάχιστον τα τελευταία 30 χρόνια).

Όπως συμπεραίνεται λοιπόν και από τον Πίνακα ΙΙ, οφείλουμε να αναζητήσουμε επειγόντως λύσεις οι οποίες, αφενός μεν θα λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τυχόν έξοδο μας από την Ευρωζώνη, αφετέρου θα κάνουν εφικτή την παραμονή μας εντός της – πάντοτε σε συνδυασμό με την εκδίωξη του ΔΝΤ αφού, όσο παραμένει στη χώρα μας, δεν υπάρχει απολύτως κανένα μέλλον(ειδικά τώρα που το ΔΝΤ, εγκαταλείποντας με θράσος τη σκιώδη διακυβέρνηση, καθώς επίσης το μανδύα της «Τρόικας», ανέλαβε «πραξικοπηματικά» την επίσημη κυβέρνηση της Ελλάδας – κρίνοντας τις απεργιακές κινητοποιήσεις και επεμβαίνοντας σε διάφορα εσωτερικά μας ζητήματα).

Σε κάθε περίπτωση βέβαια είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι, ακόμη και αν το δημόσιο χρέος μας περιοριζόταν στο 50% του ΑΕΠ μας, θα επανερχόταν σύντομα «στη θέση του», στο 150% δηλαδή, εάν δεν αλλάξουμε το πολίτευμα μας ή όσο η Ευρωζώνη δεν αποφασίζει την πολιτική ένωση της – όχι βέβαια απλά τη «δημοσιονομική», έτσι όπως σχεδιάζεται σήμερα μονόπλευρα από τη Γερμανία αλλά, κυρίως, τη μεταφορά πόρων, από τις πλεονασματικές προς τις ελλειμματικές οικονομίες (Transfer Union).

Εναλλακτικά υπάρχει επίσης η λύση, στην οποία είχε αναφερθεί πολλά χρόνια πριν ο Keynes: η αύξηση της κατανάλωσης των πλεονασματικών χωρών, ειδικά σε προϊόντα εισαγωγής τους από τις ελλειμματικές χώρες, σε συνδυασμό με τις «παραγωγικές» επενδύσεις τους στις ίδιες – δηλαδή, η αύξηση των εισαγωγών σήμερα από τους ασθενέστερους «εταίρους» της ΕΕ, καθώς επίσης οι παραγωγικές επενδύσεις των πλεονασματικών χωρών τις ΕΕ, στις ελλειμματικές (και όχι στην Κίνα ή αλλού, όπως δυστυχώς συμβαίνει).

Οι λύσεις αυτές τώρα θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν, πριν από οτιδήποτε άλλο και αμέσως μετά την εκδίωξη του ΔΝΤ (σαφώς προηγείται), την «αναθεώρηση» του «διεφθαρμένου» πολιτεύματος μας – αφού, εάν παραμείνει ως έχει, καμία από τις όποιες «διεργασίες» δεν πρόκειται να έχει «διατηρήσιμα» αποτελέσματα. Άλλωστε, όπως έχει ιστορικά αποδειχθεί (K.Rogoff), εκείνες οι χώρες, οι οποίες διέγραψαν χρέη τους (haircut), διατηρώντας την αντιπροσωπευτική δημοκρατία μέσα σε ένα καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, πολύ σύντομα χρεώθηκαν ξανά. Δυστυχώς, η παράλληλη «υποχρέωση» μας, ο έλεγχος των τοκογλυφικών αγορών δηλαδή, ο οποίος είναι απόλυτα απαραίτητος, δεν είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί μόνο από μία χώρα, στα πλαίσια της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης – οπότε μπορούμε μόνο να περιορίσουμε τις συνέπειες του.

Στη συνέχεια, αφού δηλαδή διώξουμε το ΔΝΤ και αναθεωρήσουμε το πολίτευμα μας, οφείλουμε να ασχοληθούμε με τη σωστή διαχείριση του δημοσίου χρέους μας – με την διαγραφή ενός εύλογου μέρους του λοιπόν (απεχθές χρέος), καθώς επίσης με την εξόφληση του υπολοίπου, με εφικτούς τόκους και «βιώσιμα» χρεολύσια. Αμέσως μετά, πρέπει να μηδενίσουμε τα ελλείμματα του προϋπολογισμού μας, έτσι ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος να χρεωθούμε ξανά.

Παράλληλα, είναι απαραίτητο να εξασφαλίσουνε την ανάπτυξη της οικονομίας μας, με κέντρο βάρους τις εξαγωγές – αφού, χωρίς ανάπτυξη, αφενός μεν καμία χώρα δεν μπορεί να επιβιώσει μακροπρόθεσμα (πόσο μάλλον μόνη της), αφετέρου δεν δημιουργούνται ρεζέρβες (πλεονάσματα), με τις οποίες εξασφαλίζεται το μέλλον μίας οικονομίας, ανεξαρτήτως συγκυριακών αναταράξεων.

Για παράδειγμα (αποδείχθηκε από την κατάρρευση της κάποτε κελτικής τίγρης, της Ιρλανδίας), εάν δεν είναι μία χώρα έγκαιρα και κατάλληλα προετοιμασμένη για να αντιμετωπίσει τυχόν οικονομικές κρίσεις, οι οποίες δεν είναι η εξαίρεση σήμερα αλλά, αντίθετα, ο κανόνας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι λειτουργεί ορθολογικά, όσο και αν εξωτερικά φαίνεται υγιής.

Δεν φτάνει λοιπόν να βρούμε «προσωρινές», πόσο μάλλον «λύσεις» ανάγκης, όπως δυστυχώς συμβαίνει σήμερα, αλλά τέτοιες, οι οποίες να είναι «διατηρήσιμες» – να έχουν δηλαδή συμπεριλάβει τουλάχιστον εκείνους τους κινδύνους, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των συνήθων οικονομικών κύκλων (ανοδικών και καθοδικών), η συχνότητα των οποίων έχει πια αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό.

Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ

 

Έχουμε την άποψη ότι, η ανάγκη αναθεώρησης του εκ φύσεως διεφθαρμένου πολιτεύματος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (άρθρο μας), πρέπει να είναι εν πρώτοις προς την κατεύθυνση της συμμετοχικής δημοκρατίας, η οποία ορίζεται ως εξής:

Η συμμετοχική δημοκρατία είναι ένας τύπος φιλελεύθερης δημοκρατίας, η οποία δίνει έμφαση στην ευρεία εμπλοκή των πολιτών στην διεύθυνση και διαχείριση των πολιτικών υποθέσεων. Αν και η ετυμολογία υπονοεί ότι, όλα τα πολιτεύματα που αξίζουν την ονομασία «δημοκρατία» στηρίζονται στη συμμετοχή των πολιτών, οι παραδοσιακές αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες τείνουν να περιορίζουν τη συμμετοχή αυτή στην ανάδειξη αντιπροσώπων, οι οποίοι αποφασίζουν για όλα τα ζητήματα, εγκαταλείποντας έτσι τη διακυβέρνηση σε μία επαγγελματική ολιγαρχία – πολύ συχνά δε, σε έναν «κομματικό» δικτάτορα-πρωθυπουργό. Η συμμετοχική δημοκρατία προσπαθεί να εισάγει σε αυτό το σύστημα κάποια χαρακτηριστικά άμεσης δημοκρατίας, συνήθως σε φιλελεύθερο πλαίσιο, έτσι ώστε να διευρύνει το πλήθος των ανθρώπων που έχουν πρόσβαση στις πολιτικές διεργασίες λήψης αποφάσεων, αλλά και να εμβαθύνει αυτήν την πρόσβαση”.

 

Περαιτέρω, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, “Όλα τα κόμματα εξουσίας μίας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η οποία λειτουργεί μέσα σε ένα καπιταλιστικό οικονομικό πλαίσιο, είναι εκ φύσεως «υποχρεωμένα» να κάνουν μεγάλες «παραχωρήσεις» στους εκλογείς τους, να λειτουργούν με αδιαφάνεια, να διαπλέκονται και να διαφθείρονται – με αποτέλεσμα να μην διαχειρίζονται σωστά τα δημόσια οικονομικά, όχι επειδή δεν μπορούν ή δεν θέλουν, αλλά λόγω του ότι δεν γίνεται διαφορετικά.

 

Το κυρίαρχο κόμμα, στην προσπάθεια του να «ισορροπήσει» παραμένοντας στην εξουσία, χωρίς να επιβαρύνει με φόρους ή με μειωμένες παροχές/διευκολύνσεις καμία από τις δύο κοινωνικές ομάδες (εργαζόμενους, επιχειρηματίες), καθώς επίσης να συντηρήσει τον αχόρταγο πολλές φορές κομματικό του μηχανισμό, καταφεύγει στο δανεισμό. Δια μέσου του δανεισμού όμως, γίνεται αυτόματα «υποχείριο» του αδρανούς τοκογλυφικού κεφαλαίου, οδηγώντας τη χώρα του στην ολοκληρωτική απώλεια της εθνικής της κυριαρχίας

 

Ολοκληρώνοντας τη σκέψη μας, οφείλουμε να προσθέσουμε ότι, πιστεύουμε στα τεκμηριωμένα πλεονεκτήματα του κοινωνικού κράτους, καθώς επίσης της μη μονοπωλιακά καπιταλιστικής, της πραγματικά δηλαδή ελεύθερης αγοράς – με ελεγχόμενο το μέγεθος, τη δομή και τη λειτουργία των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται εντός της (από επαρκείς επιτροπές ανταγωνισμού κλπ), καθώς επίσης στην παραμονή όλων των κοινωφελών επιχειρήσεων στην ιδιοκτησία του δημοσίου. Έτσι λειτουργούσε η Δυτική Γερμανία, επιτυγχάνοντας το γερμανικό θαύμα – πριν «καταληφθεί» βέβαια από το «νεοφιλελεύθερο πνεύμα» (μετά την ένωση της), το οποίο στη συνέχεια «διαδέχθηκε» ο ασύδοτος, μονοπωλιακός και επεκτατικός καπιταλισμός.

Ταυτόχρονα θεωρούμε ότι, η αναθεώρηση του πολιτεύματος οφείλει να είναι απόλυτα «εφαρμόσιμη» – να μην δημιουργήσει δηλαδή κοινωνικά, οργανωτικά ή επιχειρηματικά προβλήματα, να είναι σταδιακή και συνεχής, με προκαθορισμένο όμως τον τελικό προορισμό.

Στα πλαίσια αυτά, θεωρούμε ως τελικό προορισμό της συνεχώς εξελισσόμενης «συμμετοχικής δημοκρατίας», του δημοκρατικού πολιτεύματος δηλαδή, στο οποίο συμμετέχουν ενεργά όλοι οι ενδιαφερόμενοι Πολίτες, την άμεση δημοκρατία – έτσι όπως αυτή λειτουργεί σήμερα στην Ελβετία, η οποία την υιοθέτησε από την αρχαία Ελλάδα.

Κατευθυνόμενοι τώρα προς την άμεση δημοκρατία, έχουμε την άποψη ότι, δεν χρειαζόμαστε νέα πολιτικά κόμματα, αφού έχουμε ήδη αρκετά. Αντίθετα, αυτό που χρειαζόμαστε άμεσα, είναι να πείσουμε ή να απαιτήσουμε από ένα τουλάχιστον κόμμα εξουσίας, υποσχόμενοι την ψήφο μας, να υιοθετήσει στο πρόγραμμα του τη συμμετοχική δημοκρατία.

Αναμφίβολα, όποιο κόμμα δεν αποφασίσει να υιοθετήσει τις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, ανεξαρτήτως πολιτικής κατεύθυνσης, δεν αξίζει την ψήφο μας. Στην περίπτωση δε που δεν θελήσει να το κάνει κανένα από τα υφιστάμενα, είναι καλύτερα να διατηρήσουμε «λευκή» τη θέση μας – έως ότου ιδρυθεί κάποιο νέο κόμμα, το οποίο θα προσπαθήσει να υπηρετήσει πραγματικά τη χώρα του και τους Πολίτες της, με τη δική τους ενεργή συμμετοχή. Άλλη λύση δεν υπάρχει, ενώ είναι σίγουρα ανόητο να συνεχίσουμε να περιμένουμε το «σωτήρα» – ή να θεωρούμε «σωτήρες» κάποιους πολιτικούς, μετά από τόσες δεκαετίες συνεχών αποτυχιών, οι οποίες οδήγησαν την Ελλάδα στα νύχια του ΔΝΤ.

Πρώτη προτεραιότητα τώρα της συμμετοχικής δημοκρατίας οφείλει να είναι η δημιουργία εξειδικευμένων επιτροπών Πολιτών – οι οποίοι θα εκλέγονται σε ετήσια βάση με κλήρο, μεταξύ αυτών που θα υποβάλλουν αιτήματα επιλογής τους, ανάλογα με το γνωστικό πεδίο τους. Οι εθελοντικές αυτές επιτροπές, θα έχουν σκοπό τον έλεγχο όλων των δραστηριοτήτων του δημοσίου σε ετήσια βάση, συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών καταστάσεων, καθώς επίσης των Ισολογισμών των πολιτικών κομμάτων – κυρίως βέβαια των κομμάτων εξουσίας.

Φυσικά, όλες οι καταστάσεις και οι Ισολογισμοί των κομμάτων, καθώς επίσης του στενότερου ή ευρύτερου δημοσίου, με τα ανάλογα ενημερωτικά (όπως συμβαίνει με τις εισηγμένες εταιρείες), οφείλουν να προετοιμάζονται και να αναρτώνται με διαφάνεια στο διαδίκτυο – έτσι ώστε να είναι «προσβάσιμες» όχι μόνο στις επιτροπές, αλλά σε όλους τους ενδιαφερομένους για τη χώρα τους Πολίτες, όπως και στα ΜΜΕ.

Περαιτέρω, άλλες επιτροπές Πολιτών πρέπει να ελέγχουν τους εκάστοτε νόμους που ψηφίζονται από το Κοινοβούλιο, με τους σημαντικότερους ίσως από αυτούς να προϋποθέτουν δημοψηφίσματα – όπως συμβαίνει στην Ελβετία. Για παράδειγμα, η προσφυγή της χώρας σε έναν διεθνή οργανισμό, όπως στο ΔΝΤ, όφειλε να είναι απόφαση του συνόλου των Πολιτών της – επίσης όλοι οι νόμοι, οι οποίοι αφορούν σοβαρά θέματα των βουλευτών της (ευθύνες υπουργών κλπ). Φυσικά το ίδιο ισχύει και για τις επιτροπές ελέγχου οικονομικών σκανδάλων του δημοσίου, όπως το πρόσφατο της Siemens, έτσι ώστε να μην είναι οι ίδιοι αυτοί που ελέγχονται και ελέγχουν.

Κλείνοντας, όλες οι επιτροπές θα πρέπει να έχουν την υποχρέωση ενημέρωσης της κοινής γνώμης, με τη βοήθεια δικών τους ΜΜΕ – ενός τηλεοπτικού σταθμού για παράδειγμα, μίας εφημερίδας και ενός διαδικτυακού χώρου, μόνο για το συγκεκριμένο αντικείμενο (με πολιτικές, επιμορφωτικές εκπομπές στον κενό χρόνο). Τέλος, οι επιτροπές θα πρέπει να μπορούν να προτείνουν νέους νόμους, τηρουμένων βέβαια κάποιων προϋποθέσεων (συλλογή άνω των 100.000 υπογραφών κλπ) – ενώ το Σύνταγμα θα μπορεί (ή θα πρέπει) να αλλάζει, μόνο με δημοψήφισμα.

Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

Είναι ίσως σκόπιμο να αναλύσουμε σε γενικές γραμμές πως λειτουργεί η δημοκρατία της Ελβετίας, έτσι ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα, ποια οφείλουν να είναι τα επόμενα στάδια εξέλιξης της χώρας μας.

Κατ’ αρχήν λοιπόν, η σημερινή Ελβετία αποτελείται από 20 καντόνια και 6 «ημικαντόνια», διαφορετικής έκτασης πληθυσμού και οικονομικής δομής μεταξύ τους (με 3.000 κοινότητες). Το κάθε ένα από τα 26 καντόνια και ημικαντόνια έχει το δικό του Σύνταγμα, τα δικά του Δικαστήρια, τη δική του Κυβέρνηση, το δικό του Κοινοβούλιο και τη δική του Αστυνομία. Η πολύπλοκη αυτή δομή έχει σαν αποτέλεσμα την ύπαρξη διαφορετικών νόμων, οι οποίοι συνήθως εξισορροπούνται μεταξύ τους, έτσι ώστε να λειτουργεί το σύστημα στο σύνολο του – περισσότερο μετά από συμφωνίες των καντονιών και λιγότερο με τη βοήθεια ομοσπονδιακών νομοθετημάτων.

Το βασικότερο χαρακτηριστικό της άμεσης δημοκρατίας της χώρας είναι τα συχνά (αρκετές φορές εντός του ίδιου έτους) δημοψηφίσματα, τα οποία αφορούν νόμους και νομοσχέδια – σε επίπεδο κοινοτήτων, επίσης τον προϋπολογισμό (έσοδα και έξοδα). Κατά τη διάρκεια ενός «δημοψηφιστικού» σαββατοκύριακου, αποφασίζεται συχνά για περισσότερα από δέκα διαφορετικά θέματα, τα οποία συμπεριλαμβάνουν «ερωτήματα» της ομοσπονδίας, των καντονιών και των κοινοτήτων.

Το ομοσπονδιακό Σύνταγμα, όπως επίσης το Σύνταγμα των καντονιών, καθορίζει επακριβώς το είδος των νόμων, καθώς επίσης των υπολοίπων αποφάσεων (νομοσχεδίων κλπ), οι οποίοι (οποίες) υπάγονται υποχρεωτικά σε δημοψηφίσματα. Για όλους τους εναπομένοντες νόμους ή αλλαγές νόμων, για αυτούς δηλαδή που δεν υπάγονται σε δημοψηφίσματα, είναι δυνατόν, εντός τριών μηνών από την ψήφιση τους εκ μέρους του εκάστοτε Κοινοβουλίου, να απαιτηθεί από τους Πολίτες η διενέργεια δημοψηφίσματος – υπό την προϋπόθεση να συγκεντρωθούν 50.000 υπογραφές, μεταξύ αυτών που έχουν το εκλογικό δικαίωμα. Ίσως οφείλουμε να σημειώσομε εδώ ότι, στην Ελβετία επιτρέπεται η ταχυδρομική ψήφος (υποθέτουμε σύντομα και η ηλεκτρονική), έτσι ώστε να διευκολύνονται οι Πολίτες στην εξάσκηση των εκλογικών τους δικαιωμάτων.

Το ίδιο ισχύει και για τις αποφάσεις των καντονιών ή των κοινοτήτων – όπου όμως ο αριθμός των απαιτουμένων υπογραφών είναι ανάλογα μικρότερος. Στις πολύ μικρές κοινότητες δεν υπάρχει «κοινοβούλιο», οπότε οι εκλογείς συζητούν και αποφασίζουν κατά τη διάρκεια των «κοινοτικών συγκεντρώσεων», οι οποίες λαμβάνουν χώρα πολλές φορές εντός του ιδίου έτους.

Επειδή, μέσα σε μία άμεση δημοκρατία, οι νόμοι, οι οποίοι ψηφίζονται από το Κοινοβούλιο, μπορούν να καταργηθούν με τη βοήθεια της συλλογής υπογραφών εναντίον τους, οπότε ακολουθεί δημοψήφισμα, γίνεται εκ των πρότερων προσπάθεια, πριν ακόμη δηλαδή ψηφιστούν, να εξασφαλισθεί η συμφωνία της πλειοψηφίας των εκλογέων – με αποτέλεσμα να υπάρχουν αρκετοί συμβιβασμοί, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπ’ όψιν τα συμφέροντα όλων.

Στα πλαίσια αυτά η κυβέρνηση, πριν ακόμη συντάξει τους νόμους, διενεργεί έρευνες μεταξύ όλων των κομμάτων, των κοινωνικών ομάδων, των εμπορικών συνδέσμων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των θρησκευτικών συλλόγων κλπ, έτσι ώστε να σφυγμομετρήσει την κοινή γνώμη. Επειδή λοιπόν σε μία άμεση δημοκρατία οι νόμοι ελέγχονται από όλους τους Πολίτες, το κοινό συμφέρον ευρίσκεται σε πρώτη θέση – ενώ η «συντεχνιακή» ικανοποίηση των πολιτικών κομμάτων ή άλλων ομάδων μεταξύ τους, έρχεται σε δεύτερη μοίρα.

Συνεχίζοντας, με τη συγκέντρωση 100.000 υπογραφών από το εκλογικό σώμα, μπορεί να απαιτηθεί η αλλαγή του Συντάγματος σε ομοσπονδιακό επίπεδο – σε επίπεδο καντονιών, οι απαιτούμενες υπογραφές είναι λιγότερες. Σε σχέση δε με κάθε πρωτοβουλία των Πολιτών είναι υποχρεωτικά τα δημοψηφίσματα, ακόμη και αν διαφωνεί η κυβέρνηση ή το κοινοβούλιο. Εν τούτοις, το κοινοβούλιο έχει τη δυνατότητα να αντιπροτείνει κάτι άλλο στους Πολίτες, για το οποίο είναι τότε υποχρεωμένοι να ψηφίσουν.

Σε αντίθεση τώρα με τα απλά νομοθετήματα, η αλλαγή του Συντάγματος σε ομοσπονδιακό επίπεδο απαιτεί, εκτός από την πλειοψηφία των εκλογέων, επίσης την πλειοψηφία των καντονιών – κάτι που πρακτικά έχει αποδειχθεί μεγαλύτερο εμπόδιο. Το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο τώρα αποτελείται από δύο μέρη:

(α)  Από το Εθνικό Συμβούλιο (τη μεγάλη Βουλή), στο οποίο εκπροσωπούνται όλοι οι Πολίτες ισότιμα. Ο αριθμός των εδρών του έχει περιορισθεί στις 200, κάτι που σημαίνει ότι υπάρχει ένας βουλευτής ανά 35.000 εκλογείς. Κάθε καντόνι αποτελεί έναν εκλογικό τομέα και εκλέγει έναν τουλάχιστο εκπρόσωπο – ενώ η εκλογική θητεία ανέρχεται σε τέσσερα έτη.

(β)  Από το Τοπικό Συμβούλιο (τη μικρή Βουλή), στο οποίο εκπροσωπούνται όλα τα καντόνια – όπου το κάθε ένα στέλνει δύο εκπροσώπους, ενώ τα «ημικαντόνια» από έναν. Τα μέλη του τοπικού συμβουλίου εκλέγονται με το Δίκαιο των καντονιών, ενώ η θητεία τους μπορεί (χωρίς όμως να είναι υποχρεωτικό) να είναι η ίδια με αυτήν του Εθνικού Συμβουλίου.

Το «αξίωμα» του βουλευτή στην Ελβετία δεν θεωρείται ως κύρια απασχόληση – οπότε οι αμοιβές που λαμβάνουν οι βουλευτές είναι ελάχιστες, με αποτέλεσμα να είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται στο επάγγελμα τους, για να συντηρηθούν. Παρά το ότι λοιπόν οι απαιτήσεις των κοινοβουλευτικών δραστηριοτήτων είναι πολύ μεγάλες, οπότε οι βουλευτές είναι αναγκασμένοι να δαπανούν πολλές ώρες, οι Ελβετοί δεν θέλουν να υιοθετήσουν ένα «επαγγελματικό κοινοβούλιο» – θεωρώντας πολύ σωστά ότι έτσι, χωρίς να είναι επαγγελματικό δηλαδή, λειτουργεί περισσότερο προς όφελος των Πολιτών.

Τα μέλη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης δεν εκλέγονται από τους Πολίτες, αλλά από το Κοινοβούλιο – τόσο από το Εθνικό, όσο και από το Τοπικό, κατά τη διάρκεια μίας κοινής συνεδρίασης τους. Τα επτά μέλη της κυβέρνησης (δύο από το κόμμα των ελευθέρων δημοκρατών, δύο από το χριστιανοδημοκρατικό, δύο από το σοσιαλιστικό  και ένα από το SVP), το κάθε ένα εκ των οποίων διοικεί κάποιο υπουργείο, σχηματίζουν μία «συναδελφική Αρχή» (η διακομματική «συναίνεση» είναι εκ των πραγμάτων δεδομένη), η οποία λαμβάνει όλες τις σημαντικές κυβερνητικές αποφάσεις, κατά τη διάρκεια των εβδομαδιαίων συναντήσεων της.

Ο Πρόεδρος (πρωθυπουργός) της κυβέρνησης εκλέγεται κάθε χρόνο όπου, με βάση άγραφους κανόνες, όλα τα μέλη της εκάστοτε κυβέρνησης ασκούν την εξουσία του Προέδρου, ο ένας μετά τον άλλον (rotation principle). Ο εκάστοτε Πρόεδρος διευθύνει τις συνεδριάσεις της κυβέρνησης, ίσος μεταξύ ίσων, ενώ αντιπροσωπεύει τη χώρα σε επίσημες δραστηριότητες, είναι υπεύθυνος για την καθιερωμένη ομιλία του νέου έτους κλπ. Όμως, δεν υποδέχεται μόνο αυτός τους ξένους εκπροσώπους άλλων κυβερνήσεων, αλλά όλη η κυβέρνηση μαζί.

Τα κοινοβούλια των καντονιών αποτελούνται από ένα σώμα (μεγάλη βουλή), ενώ διαθέτουν 100-200 βουλευτές, οι οποίοι εκλέγουν την κυβέρνηση του καντονιού, όπως συμβαίνει με την ομοσπονδιακή. Τέλος, ένα μέρος των 3.000 κοινοτήτων της Ελβετίας ειδικά οι πόλεις, διαθέτουν ένα κοινοτικό κοινοβούλιο – συνήθως με λιγότερους από 50 βουλευτές.

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ

Όπως αναφέραμε στην εισαγωγή του κειμένου μας, αφού διώξουμε αμέσως το ΔΝΤ και αναθεωρήσουμε το πολίτευμα μας, με πρώτο βήμα την επίτευξη της «Συμμετοχικής Δημοκρατίας», οφείλουμε να ασχοληθούμε με τον άμεσο περιορισμό του δημοσίου χρέους μας, καθώς επίσης με την αποπληρωμή του – με εφικτούς, με ρεαλιστικούς τόκους δηλαδή και με «βιώσιμα» χρεολύσια.

Ο λόγος είναι ότι, εάν δεν επιλύσουμε ριζικά το πρόβλημα του χρέους, όπως έχουμε αναφέρει επανειλημμένα, είναι σχεδόν αδύνατον να «ισοσκελίσουμε» τον προϋπολογισμό μας – ενώ οι τόκοι θα αυξάνονται διαρκώς, απαιτώντας συνεχώς νέα «μέτρα λιτότητας». Πόσο μάλλον όταν αυξηθούν τα βασικά επιτόκια (άρθρο μας), οδηγώντας μας με σιγουριά στη χρεοκοπία. Εκτός αυτού, η αύξηση του δημοσίου χρέους είναι αντιστρόφως ανάλογη με τη διατήρηση της εθνικής κυριαρχίας – δηλαδή, όσο ένα κράτος χρεώνεται περισσότερο, τόσο λιγότερο αποφασίζει ανεξάρτητα, για το μέλλον της χώρας και των Πολιτών του.

Συνεχίζοντας, όσο αυξάνονται οι τόκοι, τόσο θα πρέπει να περιορίζονται οι υπόλοιπες δαπάνες του προϋπολογισμού – κυρίως δε οι κοινωνικές, με αποτέλεσμα να εξασθενεί όλο και περισσότερο τοκοινωνικό κράτος. Ίσως εδώ οφείλουμε να σημειώσουμε πως, όταν ό εκάστοτε υπουργός ισχυρίζεται ότι δεν θα ληφθούν άλλα μέτρα, προφανώς αποκρύπτει την αλήθεια αφού, όσο αυξάνονται οι τόκοι, τόσο περισσότερα νέα μέτρα θα απαιτούνται για την κάλυψη τους.

Αρκεί να διαπιστώσουμε ότι σήμερα, από τα 100 € φόρους που πληρώνουμε, τα 25 σχεδόν κατευθύνονται για την πληρωμή τόκων, στα ταμεία των τοκογλύφων δηλαδή, για να καταλάβουμε το μέγεθος του προβλήματος. Πόσο μάλλον όταν, από τα υπόλοιπα 75 €, μόνο ένα μέρος καταλήγει πραγματικά στο δημόσιο – αφού πάρα πολλά οδηγούνται στα ταμεία της διαπλοκής και της διαφθοράς, τόσο της «εθνικής», όσο και της διεθνούς.

Περαιτέρω, έχοντας αναλύσει το γενικότερο θέμα των χρεών και των τόκων για όλες τις χώρες, σε προηγούμενο άρθρο μας (Πολίτης και Πολιτεία), είναι προφανές ότι, εάν δεν λύσουμε το πρόβλημα του δημοσίου χρέους, δεν υπάρχει μέλλον. Το αργότερο όταν φθάσει στα 400 δις € (σε δύο ή τρία χρόνια), με μέσο επιτόκιο το 5,3% (δάνειο ΔΝΤ) και τόκους που θα ξεπερνούν τα 21 δις € (τα 40 € από τα 100 € των φόρων), πόσο μάλλον εάν συνεχισθεί η ύφεση, η κατάσταση θα είναι μη ανατρέψιμη – οδηγώντας μας με ασφάλεια στη χρεοκοπία, μετά από τη λεηλασία τόσο του δημοσίου, όσο και του ιδιωτικού πλούτου μας από το ΔΝΤ, η οποία ευρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη.

Υπολογίζοντας λοιπόν το δημόσιο χρέος μας περί τα 360 δις € στο τέλος του 2011, οφείλουμε να απαιτήσουμε τη διαγραφή των απεχθών χρεών (αυτών δηλαδή που δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος των Πολιτών, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της διαπλοκής, της διαφθοράς, των υπερτιμολογήσεων κλπ), ελάχιστου ύψους 40% των συνολικών – ήτοι περί τα 144 δις €. Ταυτόχρονα, πρέπει να ζητήσουμε την εξόφληση των πολεμικών αποζημιώσεων εκ μέρους της Γερμανίας (περί τα 70 δις € – ίσως πολύ περισσότερα), οπότε θα απέμεναν 146 δις € υπόλοιπα χρέη.

Τα 146 δις €, έναντι ΑΕΠ 230 δις € (αν και το ΑΕΠ μας είναι αισθητά χαμηλότερο, είναι πλασματικό δηλαδή, αφού αναθεωρήθηκε «αυθαίρετα» κατά περίπου 25 δις € το 2006 – ελπίζουμε ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί το ίδιο ζημιογόνο «τέχνασμα» στο μέλλον), θα αντιστοιχούσαν στο 64% του ΑΕΠ – ένα μέγεθος που θα εξασφάλιζε το μέλλον της χώρας μας, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα παρέμενε μέλος της Ευρωζώνης.

Εάν όμως δεν καταφέρουμε τελικά να επιτύχουμε τη διαγραφή χρεών, χωρίς να περιθωριοποιηθούμε, τότε θα έπρεπε να απαιτήσουμε, απαραίτητα και ανυποχώρητα, την εξόφληση όλου του χρέους μας, των 360 δις € δηλαδή, σε 40 έτη – με ισόποσες ετήσιες δόσεις και επιτόκιο κάτω του 1%. Στην περίπτωση αυτή, τα χρεολύσια (δόσεις) θα ήταν της τάξης των 9 δις € ετήσια, ενώ οι τόκοι (1%) θα ανερχόταν στα 3,6 δις € τον πρώτο χρόνο – μειούμενοι στη συνέχεια. Συνολικά λοιπόν η επιβάρυνση μας θα ήταν το ανώτατο 12,6 δις € ετήσια – ένα μέγεθος με το οποίο θα μπορούσαμε πιθανότατα να ανταπεξέλθουμε, ειδικά εάν μας εξοφλούσε η Γερμανία.

Εναλλακτικά φυσικά θα μπορούσε να επιδιωχθεί ένας συνδυασμός των δύο παραπάνω (διαγραφή ενός μέρους και επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων), όπως συνέβη στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του ’80, με τη βοήθεια των Brady Bonds (άρθρο μας) – τη θέση των οποίων θα «κάλυπτε» σήμερα η χρήση των ευρωομολόγων.

Στην (ύστατη) περίπτωση όμως που δεν θα μπορούσαμε να επιτύχουμε τίποτα από όλα όσα έχουμε αναλύσει, εντός των αμέσως επομένων μηνών, τότε οφείλουμε να καταφύγουμε στη στάση πληρωμών – μία εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία βέβαια (άρθρο μας), η οποία όμως είναι κατά πολύ περισσότερο καταστροφική, όταν επιβάλλεται από τις συνθήκες (ανεξέλεγκτη χρεοκοπία) και δεν είναι το αποτέλεσμα μίας συνειδητής απόφασης του εκάστοτε κράτους.

ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ

 

Η μείωση των τόκων, είτε λόγω της διαγραφής μέρους του χρέους, είτε λόγω της αποπληρωμής του συνόλου σε 40 έτη με χαμηλό επιτόκιο, θα μπορούσε να εξοικονομήσει έως και 10 δις € από τον προϋπολογισμό μας. Με το έλλειμμα του προϋπολογισμού να τοποθετείται στα 18 δις €, η μείωση των τόκων θα το περιόριζε άμεσα στα 8 δις € – ήτοι στο 3,5% ενός ΑΕΠ ύψους 230 δις €. Επομένως, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος λήψης νέων «μέτρων λιτότητας» αφού, απλά με την εξοικονόμηση δαπανών, οι οποίες οφείλονται στη σπατάλη του δημοσίου, θα μπορούσαμε να περιορίσουμε το έλλειμμα ακόμη περισσότερο.

Η «διατηρήσιμη» τώρα μη λήψη νέων μέτρων, θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά στην αύξηση της κατανάλωσης – κατ’ επακόλουθο, στην αύξηση του ΑΕΠ μας, η οποία θα ακολουθούσε σίγουρα, αφού θα επέστρεφε η αισιοδοξία στην Ελλάδα και θα σταματούσε να εφαρμόζεται η καταστροφική, υφεσιακή και αντιαναπτυξιακή πολιτική του ΔΝΤ (μειώσεις μισθών, τεράστια ανεργία, στασιμοπληθωρισμός κλπ). 

 

Η αύξηση του ΑΕΠ με τη σειρά της θα είχε σαν αποτέλεσμα αφενός μεν τη μείωση του ελλείμματος σαν ποσοστό επί αυτού, αφετέρου την αύξηση των εσόδων του δημοσίου. Με δεδομένο ότι, τα έσοδα του δημοσίου ανέρχονται (2010) στο 22% περίπου του ΑΕΠ μας, η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ κατά 10 δις € (παράδειγμα), θα απέφερε αυτόματα επί πλέον έσοδα 2,2 δις € στο δημόσιο. Η επένδυση τώρα αυτών των επί πλέον εσόδων στην οικονομία, θα μπορούσε να προκαλέσει μία επόμενη αύξηση του ΑΕΠ, επόμενα επί πλέον έσοδα, επανεπένδυση τους και «ούτω καθ’ εξής» (υγιής ανοδικός σπειροειδής κύκλος, στηριζόμενος στο cash flow και όχι στο δανεισμό)

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Συμπερασματικά λοιπόν λύσεις υπάρχουν, ενώ είναι πολύ περισσότερες από όσες έχουμε ήδη παρουσιάσει σε προηγούμενες αναλύσεις μας – όπως για παράδειγμα, η ανάπτυξη του Ελληνικού Χρηματιστηρίου, η κεφαλαιοποίηση του οποίου θα μπορούσε να τριπλασιασθεί, με πάρα πολλά οφέλη τόσο για τον δημόσιο, όσο και για τον ιδιωτικό τομέα της Οικονομίας μας. Υπό τις παρούσες συνθήκες βέβαια, με το δείκτη του χρηματιστηρίου μας, πιθανόν σκόπιμα, εντελώς απαξιωμένο, ακόμη και η σκέψη πώλησης κάποιων μετοχών εισηγμένων εταιρειών του δημοσίου, θα συνιστούσε έγκλημα – αν όχι εσχάτη προδοσία.

Απαραίτητη προϋπόθεση όμως, κυρίως επειδή αναζητούμε διατηρήσιμες λύσεις και όχι ευκαιριακές, είναι να εγκατασταθεί η συμμετοχική δημοκρατία στη χώρα μας – η οποία θα μας επιτρέψει να ελέγχουμε τα δημόσια οικονομικά, εμποδίζοντας τη δημιουργία νέων χρεών και την υποταγή μας στη δικτατορία των αγορών. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, προηγείται πριν από κάθε τι άλλο η άμεση εκδίωξη του ΔΝΤ από την Ελλάδα όσο και αν μας κοστίσει αφού, όσο περισσότερο παραμένει, τόσο πιο σκοτεινό και απαισιόδοξο θα γίνεται το μέλλον μας – ενώ οι λύσεις θα περιορίζονται και θα ακριβαίνουν συνεχώς.

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright)

Αθήνα, 12. Φεβρουαρίου 2011

Η Άμεση Δημοκρατία και τα σημερινά πολιτεύματα

Aπό το φθινόπωρο του 2008, η ανθρωπότητα ζει μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις στην ιστορία της: την κρίση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού-οικονομικού συστήματος μετά από την πανθομολογούμενη αποτυχία της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Όμως η κρίση αυτή είναι βαθύτερη, είναι κρίση του φιλελεύθερου καπιταλισμού και της ιδεολογίας του, αφού όπως αποδείχθηκε ο νεοφιλελευθερισμός είναι η αναγκαστική επέκταση ή το ανώτατο στάδιο του φιλελευθερισμού. Είναι κυρίως κρίση κοινωνική, κρίση δομών, αξιών και σημασιών. αφορά και το λεγόμενο αντιπροσωπευτικό πολίτευμα, όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στη Δύση εδώ και δύο αιώνες. Αυτό διαπιστώνεται εδώ και μερικά χρόνια από πολλές πλευρές. οι διαγνώσεις και οι αιτιολογίες όμως ποικίλλουν αναλόγως της οπτικής του εκάστοτε ερευνητή.[1]
Από την άλλη παντού, στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, σε βιβλία και στην τηλεόραση το πολίτευμα αυτό αποκαλείται δημοκρατία, ενίοτε συνοδευόμενη από ένα επίθετο αναλόγως της αρεσκείας εκάστου (αντιπροσωπευτική, έμμεση, αστική, κοινοβουλευτική, σύγχρονη κ.λπ). Μάλιστα ο πολύς Φ. Φουκουγιάμα το 1989, μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, δήλωνε σε άπταιστο προφητικό στυλ το «τέλος της ιστορίας», γράφοντας χαρακτηριστικά τα εξής: «παρατηρούμε το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και την καθολικοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως τελικής μορφής της ανθρώπινης διακυβερνήσεως».
Eίναι όμως έτσι; Είναι τα σημερινά πολιτεύματα δημοκρατίες; Φιλελεύθερες, αντιπροσωπευτικές, κοινοβουλευτικές ή έμμεσες; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα πρέπει να εξετασθεί πρώτα τι είναι δημοκρατία. Για να διασαφηνισθεί αυτό θα πρέπει να δούμε συνοπτικώς τι ήταν η δημοκρατία όταν επινοήθηκε και δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στις αρχαιοελληνικές πόλεις, κυρίως στην Αθήνα, και όταν επίσης για πρώτη φορά οι άνθρωποι στοχάσθηκαν γύρω από τη δημοκρατία.

Η άμεση δημοκρατία

Αυτό που πρέπει πρωτίστως να τονισθεί είναι ότι η δημοκρατία δεν δημιουργήθηκε ξαφνικά άπαξ δια παντός, αλλά βαθμιαία και σταδιακά από τους αγώνες του δήμου, των κατωτέρων στρωμάτων. είναι το αποτέλεσμα της ρητής συλλογικής αυτοθέσμισης της κοινωνίας. Δημοκρατία σημαίνει κράτος του δήμου, κυριαρχία του δήμου, την πραγματική κυριαρχία των πολιτών και όχι των κομμάτων. Τα χαρακτηριστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως διαμορφώθηκαν στην αρχαία ελληνική δημοκρατία αποκλείουν την μεταβίβαση εξουσιών σε αντιπροσώπους, αφού ο δήμος είναι η κύρια πηγή όλων των εξουσιών και δεν αναγνωρίζει άλλη πηγή και αιτία της θέσμισης και του νόμου παρά μόνο τον εαυτό του (ἔδοξεν τῆ βουλῆ καὶ τῷ δήμῳ). Αυτό σημαίνει πραγματική συμμετοχή σε όλες τις μορφές της εξουσίας, κυβερνητική, δικαστική, νομοθετική, εκτελεστική. άμεση συμμετοχή όλων στη συζήτηση και τη διαμόρφωση των νόμων, στη λήψη των αποφάσεων.
Η συμμετοχή αυτή επιτυγχάνεται με δύο θεσμούς: πρώτον, την εκκλησία του δήμου που επιτρέπει την άμεση παρουσία όλων των πολιτών στη νομοθετική και κυβερνητική εξουσία. δεύτερον, την κλήρωσιν, η οποία επιτρέπει τη συμμετοχή στην εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία. Η συντριπτική πλειονότητα των αξιωματούχων (99,9%) ορίζεται με κλήρωση. Πράγματι, οι 6000 δικαστές της Ηλιαίας, οι 500 βουλευτές της Βουλής των Πεντακοσίων, οι εννέα άρχοντες και οι υπόλοιποι αξιωματούχοι κληρώνονται. Οι άρχοντες για τους οποίους απαιτούνται ειδικές γνώσεις, πείρα και ικανότητες (στρατηγοί, ταμίαι κ.λπ) εκλέγονται δια χειροτονίας στην εκκλησία του δήμου. Όπως είναι εμφανές η κλήρωση είναι η ειδοποιός διαφορά της δημοκρατίας ενώ οι εκλογές η ειδοποιός διαφορά της ολιγαρχίας, όπως αναγνωρίζει και ο Αριστοτέλης.[2]
Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η ουσιαστική ανεξαρτησία των τεσσάρων εξουσιών (κυβερνητικής, εκτελεστικής, δικαστικής, νομοθετικής) από τη στιγμή που ασκούνται από όλους τους πολίτες. Όπως επισημαίνει ο Κ. Καστοριάδης, στη δημοκρατία υπάρχει μια θεωρία, όχι του διαχωρισμού, αλλά της διασύνδεσης των εξουσιών, και σε μια μορφή που αποφεύγει τη σύγχρονη πολιτική φενάκη που γνωρίζουμε από τον 18ο αιώνα, με τον Λοκ και τον Μοντεσκιέ. Το σημαντικό και νευραλγικό όργανο της (άμεσης) δημοκρατίας είναι η απόδοση της δικαιοσύνης από όλους τους πολίτες και προς όλους τους πολίτες. Ουδείς εξαιρείται ούτε είναι υπεράνω υποψίας, υπεράνω του νόμου. Απαραίτητο προς τούτο στοιχείο είναι η ανεξαρτησία και η πραγματική αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας, ο αποκλεισμός της δυνατότητας διαφθοράς ή εξαγοράς των δικαστών. Για να εξασφαλισθεί αυτή η απαίτηση δεν υπάρχει άλλος τρόπος από τη συλλογική συμμετοχή όλων των πολιτών στη δικαστική εξουσία, είτε μέσω της εκκλησίας του δήμου και της κληρωτής βουλής των Πεντακοσίων είτε μέσω κληρώσεως στα πολυμελή τμήματα της Ηλιαίας. Αυτή η αρχή εισάγεται για πρώτη φορά από τον Σόλωνα και παρέμεινε έκτοτε η σίγουρη και αδιαφιλονίκητη βάση της δημοκρατίας. Ακόμη και ο Αριστοτέλης, που επικρίνει τη δημοκρατία σε άλλα ζητήματα, αναγνωρίζει ότι η άσκηση της δικαστικής εξουσίας είναι απαραίτητο στοιχείο του πολίτη: «O πολίτης δεν ορίζεται με καλύτερο τρόπο παρά με τη συμμετοχή του στη δικαστική εξουσία και στις αρχές».[3]
Η συμμετοχή των πολιτών στη δικαστική εξουσία έχει ως αποτέλεσμα ότι όλες οι πράξεις της διοικήσεως και όλοι ανεξαιρέτως οι άρχοντες, αιρετοί και κληρωτοί, υφίστανται διαρκή έλεγχο (δοκιμασία, εύθυνα), δίνουν λόγο και λογαριασμό για τις πράξεις τους (λόγον διδόναι) και είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί, η δε θητεία τους είναι ετήσια. Δηλαδή ο έλεγχος των αρχών είναι διαρκής και ουσιαστικός, πολιτικός και ποινικός. Οι αρχαίοι ήξεραν πολύ καλά αυτό που διατύπωσε τον 19ο αιώνα ο λόρδος Άκτον: «Η εξουσία διαφθείρει, η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα».
Βασική αρχή της δημοκρατίας είναι η ελευθερία, που σημαίνει την άμεση εναλλαγή στην εξουσία όλων των πολιτών, και όχι των κομμάτων: «χαρακτηριστικό της ελευθερίας είναι το να άρχουν όλοι δι’ εναλλαγής».[4] Η ούτως εννοημένη και πραγματοποιημένη ελευθερία συνιστά και εξασφαλίζει την ισότητα των πολιτών. Η πολιτική ισότητα είναι απόλυτη για όλους τους πολίτες και δεν έρχεται σε αντίφαση με την ελευθερία, όπως υποστηρίζει η ιδεολογία του φιλελευθερισμού.
Η κοινωνική ζωή στη δημοκρατία ρυθμίζεται από κανόνες γενικής ισχύος, οι οποίοι συζητούνται και νομοθετούνται άμεσα από την κοινότητα, υφίσταται δηλαδή η κυριαρχία του γραπτού νόμου και όχι των ατόμων. Δεν υπάρχουν ιεραρχίες ούτε κράτος με την σημερινή έννοια, δηλαδή ένας μηχανισμός εξουσίας χωριστός από το σώμα της κοινωνίας και εφαρμοζόμενος επί της κοινωνίας. Δεν υπάρχουν οι «ειδικοί» της πολιτικής, οι επιστήμονες του Πλάτωνα, δεν υπάρχει επιστήμη της πολιτικής αλλά διαμάχη των δοξών. Όλες οι γνώμες μετρούν εξ ίσου και η πολιτική είναι υπόθεση όλων. Υπάρχει ένας ανοικτός δημόσιος χώρος που είναι πραγματικός δημόσιος, δεν είναι δηλαδή ιδιοκτησία κανενός, εντός του κυκλοφορούν και συζητούνται όλες οι σημαντικές πληροφορίες και λαμβάνονται άμεσα όλες οι κύριες αποφάσεις από τον δήμο. Η παρρησία και η ισηγορία επιτρέπει και επιβάλλει την ουσιαστική πολιτική διαμάχη – και όχι την διαστρεβλωμένη υπό τύπον θεάματος κομματική αντιδικία. Το μεγάλο πολιτικό μάθημα που μας προσφέρει η άμεση δημοκρατία είναι ότι η εξουσία δεν είναι ιδιοκτησία ουδενός προσώπου και κόμματος, δεν ανήκει σε κανέναν, αλλά ασκείται και πρέπει να ασκείται από όλους τους πολίτες.
Η δημοκρατία δεν είναι μόνο ένα πολίτευμα, θεσμοί και διακυβέρνηση, αλλά και τρόπος του βίου. προϋποθέτει και συνεπάγεται μια ελεύθερη αντίληψη για τον πολίτη και τις σχέσεις του, για την κοινωνία γενικώτερα. Δημιουργεί άλλες καινούργιες αξίες, σημασίες που για πρώτη φορά στην ιστορία αναφέρονται στη συνεργασία, στην αλληλεγγύη, στη φιλία με την ουσιαστική έννοια της λέξεως (έρως), και τη δημιουργία σε όλους τους τομείς, που έχουν ως αποτέλεσμα την ανάδυση ενός εκπληκτικού πολιτισμού που είναι διαρκής παρακαταθήκη για την ανθρωπότητα (γλυπτική, αρχιτεκτονική, αγγειογραφία, ιστοριογραφία, ρητορική, τραγωδία, κωμωδία, φιλοσοφία, λόγος, δίκαιο, επιστήμη, ιατρική). Ο πολιτισμός αυτός είναι πολιτικός πολιτισμός, είναι δημιουργία της πόλεως και της δημοκρατίας. Για πρώτη φορά εμφανίζεται στην ανθρώπινη ιστορία ο ανθρωπολογικός τύπος του πολιτικού ανθρώπου, του ανθρώπου που ασχολείται αυτοπροσώπως με πάθος με τα κοινά, την πολιτική και την εξουσία, που αναδεικνύει το ζήτημα της πολιτικής ελευθερίας ως το σημαντικώτερο της ανθρωπίνης υπάρξεως. Τη μέριμνα αυτή για το δημόσιο και κοινό συμφέρον – κοινοφιλής διάνοια με τους όρους του Αισχύλου – τονίζουν και εξυμνούν ο Σόλων, ο Περικλής, ο Πρωταγόρας, ο Δημόκριτος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Δημοσθένης.[5]

Tα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα

Είναι εμφανές ότι κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά δεν συναντάται στα σημερινά πολιτεύματα, πράγμα που σημαίνει ότι η (άμεση) δημοκρατία δεν έχει σχέση με τα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα. Αρκεί μόνο να τονισθεί ότι τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα έχουν υποκαταστήσει την πολιτική έννοια της ελευθερίας – που, όπως είδαμε, στην άμεση δημοκρατία σημαίνει ισότιμη πραγματική συμμετοχή όλων των πολιτών στην εξουσία – με τις ατομικές ελευθερίες των δικαιωμάτων: ελευθερία της έκφρασης, ελευθερία του λόγου, του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι, της πρόσβασης σε βασικά κοινωνικά αγαθά όπως η πληροφόρηση και η εκπαίδευση. Όμως και αυτά είναι δικαιώματα ευκαιριών και όχι αποτελεσμάτων, δηλαδή είναι θεωρητικές διακηρύξεις, μερικές και αμυντικές, οι οποίες σήμερα φαλκιδεύονται συνεχώς.
Στα σημερινά κοινοβουλευτικά πολιτεύματα η ουσιαστική εξουσία σε όλες τις μορφές της – εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, κυβερνητική – ασκείται από τους ολίγους των κομμάτων εξουσίας και τους βουλευτές του κοινοβουλίου. Ὀλες οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται και οι νόμοι θεσπίζονται από τους ολίγους, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τα δικά τους συμφέροντα, των κομμάτων τους και των ισχυρών ανωτέρων κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων.[6] Συνεπώς τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα είναι καθαρές ολιγαρχίες – φιλελεύθερες ολιγαρχίες τα αποκάλεσε ο Κ. Καστοριάδης.
Έτσι οι όροι αντιπροσωπευτική, έμμεση, κοινοβουλευτική δημοκρατία κ.λπ με τους οποίους ονομάζεται η σημερινή ολιγαρχία είναι όλοι ψευδείς και απατηλοί. Ο «γεωμετρικός τόπος» όλων αυτών των «δημοκρατιών» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανυπαρξία και η συγκάλυψη της αληθούς δημοκρατίας. Με τον τρόπο αυτό προσπαθούν oι πολιτικοί και οι θεωρητικοί να αποκρύψουν τον ολιγαρχικό χαρακτήρα των σημερινών κοινοβουλευτικών πολιτευμάτων και το γεγονός ότι η δημοκρατία δεν υπάρχει πουθενά στον σημερινό κόσμο. Έτσι συγκροτούν τον ισχυρό πυρήνα της κυρίαρχης ιδεολογίας – η ιδεολογία εννοείται εδώ όχι ως ένα απλό σύνολο ιδεών, αλλά με την έννοια της ψευδούς συνείδησης που ανέλυσε ο Μαρξ: ως ένα σύστημα ιδεών που προσφέρεται όχι για την κατανόηση αλλά για τη συγκάλυψη της πραγματικότητας. δηλαδή ένα σύστημα εννοιών με ακατοίκητες λέξεις, λέξεις χωρίς αντίκρυσμα, χωρίς γείωση στην πραγματικότητα. Η ιδεολογία χαρακτηρίζεται από διχασμό ανάμεσα σε θεωρία και πράξη, από ασυμφωνία ανάμεσα στο λέγειν και το πράττειν.
Επομένως, η χρήση του όρου δημοκρατία, έστω και με την προσθήκη διαφόρων επιθέτων για τον προσδιορισμό των σημερινών κοινοβουλευτικών συστημάτων, από πολιτικούς, κόμματα και δημοσιογράφους αλλά και από πολιτειολόγους και θεωρητικούς, είναι εσφαλμένη και παραπλανητική. Όποιος συνεπώς θεωρεί και αποκαλεί τα σημερινά πολιτεύματα δημοκρατίες, συνοδευόμενες έστω με ένα επίθετο της αρεσκείας του, απατά ή απατάται, άλλη εκδοχή δεν υπάρχει.
Τελευταίως παράγεται ένας ακόμη πληθωρισμός του όρου δημοκρατία – με την προσθήκη επιθέτων όπως «συμμετοχική», «ισχυρή», «διαβουλευτική», «ηλεκτρονική» κ.ά. Όλα αυτά τα επίθετα προσφέρονται από τους εισηγητές τους για να δηλώσουν «πολιτεύματα» που αποτελούν βελτίωση ή υπέρβαση του υπάρχοντος κοινοβουλευτισμού. Στην καλύτερη περίπτωση στα «πολιτεύματα» αυτά oι εισηγητές τους ενσωματώνουν στοιχεία από την (άμεση) δημοκρατία, οπότε είναι εμφανές ότι τα καινοφανή επίθετα είναι περιττά και επιζήμια, διότι δημιουργούν συγχύσεις. Εξυπηρετούν μόνο την προσωπική ματαιοδοξία των εισηγητών τους. Δεν χρειάζονται καινούρια επίθετα για τη δημοκρατία. Το μόνο επίθετο που μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι «άμεση», αν και αυτό είναι πλεονασμός. Η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι άμεση.

Αντιπροσώπευση και ολιγαρχία

Η ολιγαρχική δομή των σημερινών πολιτευμάτων στηρίζεται στην αντιπροσώπευση και στα κόμματα. H «αντιπροσώπευση» δημιουργεί μία «διαίρεση της πολιτικής εργασίας», διαίρεση σε κυριάρχους και κυριαρχουμένους, σε εξουσιάζοντες και εκτελεστές, σε αυτούς που αποφασίζουν και σε αυτούς που εκτελούν. Ο καταμερισμός αυτός επιτυγχάνεται με τις εκλογές. Ο Rousseau είναι από τους πρώτους μοντέρνους στοχαστές που το διαπίστωσε: «Υποστηρίζω ότι η κυριαρχία είναι η άσκηση της γενικής βούλησης, δεν μπορεί ποτέ να απαλλοτριωθεί, και ότι ο κυρίαρχος, ως συλλογική οντότητα, δεν είναι δυνατόν να αντιπροσωπευθεί παρά μονάχα από τον εαυτό του». «Η γενική βούληση δεν αντιπροσωπεύεται με κανένα τρόπο: υπάρχει είτε αυτή η ίδια ή κάτι άλλο. δεν υπάρχει μέσος όρος». Eπίσης: «Επειδή ο νόμος είναι η διακήρυξη της γενικής βούλησης είναι σαφές ότι στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας ο λαός δεν μπορεί να αντιπροσωπεύεται».
Ο Ρουσσώ έγραφε επίσης για τον λαό της Αγγλίας (διότι εκεί μόνο υπήρχε κοινοβούλιο και εκλογές στην εποχή του Ρουσσώ) ότι αυτός πιστεύει ότι είναι ελεύθερος αλλά απατάται οικτρώς διότι στην πραγματικότητα είναι ελεύθερος μόνο κατά την στιγμή που γίνονται οι εκλογές για την ανάδειξη του κοινοβουλίου. Μετά ο λαός χάνει την ελευθερία του, είναι δούλος, δεν είναι τίποτα. Ο Κ. Καστοριάδης συμπληρώνει ότι ούτε καν τη στιγμή των εκλογών είναι ελεύθερος, διότι η «εκλογή» του έχει δρομολογηθεί και σηματοδοτηθεί καθ’ όλο το διάστημα πριν από τις εκλογές, από την ιδεολογική κυριαρχία των κομμάτων και των αντιπροσώπων. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που ο λαός αναθέτει την εξουσία στους αντιπροσώπους, την χάνει. «Από τη στιγμή που κάποιος λαός αποκτήσει αντιπροσώπους δεν είναι πλέον ελεύθερος, ούτε υπάρχει». Πράγμα το οποίο ήξεραν πολύ καλά οι αρχαίοι Αθηναίοι, γι’ αυτό δεν είχαν αντιπροσώπους και θεωρούσαν τις εκλογές χαρακτηριστικό της αριστοκρατίας και της ολιγαρχίας ενώ την κλήρωσιν χαρακτηριστικό της δημοκρατίας. Αυτή την ειδοποιό διαφορά της δημοκρατίας δέχεται επίσης ο Montesquieu και ο Rousseau. Οι εκλογές άλλωστε στην Αρχαία Ελλάδα δεν είχαν σχέση με την αντιπροσώπευση, αλλά με την εκλογή των καλυτέρων, των αρίστων, στα αξιώματα στα οποία απαιτούνταν ειδικές γνώσεις, ικανότητες και πείρα.
Η κριτική του Rousseau, συνεχίζεται από τον Καστοριάδη, ο οποίος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Από την στιγμή κατά την οποία αμετάκλητα και για ορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. πέντε χρόνια), αναθέτει κανείς την εξουσία σε ορισμένους ανθρώπους, έχει μόνος του αλλοτριωθεί πολιτικά». Κριτική στην αντιπροσώπευση έχουν ασκήσει και άλλοι σύγχρονοι συγγραφείς όπως λ.χ. ο B. Barber που υποστηρίζει ότι πρέπει να συμμετέχουν όσον το δυνατόν περισσότεροι στις αποφάσεις. Κατά συνέπεια, η «αντιπροσώπευση» είναι και στη θεωρία και στην πράξη, αλλοτρίωση της κυριαρχίας των ανθρώπων. Η αλλοτρίωση εννοείται υπό τη νομική έννοια του όρου απαλλοτρίωση: μεταβίβαση ιδιοκτησίας, μεταβίβαση δηλαδή κυριαρχίας από τους ψηφοφόρους προς τα κόμματα. Συνεπώς στα σύγχρονα πολιτεύματα, τα κόμματα και η αντιπροσώπευση αποτελούν χαρακτηριστικά της ολιγαρχίας και όχι της δημοκρατίας.
Την κατάσταση αυτή είχαν διαγνώσει από τις αρχές του 20ου αιώνα ο R. Μichels και ο M. Ostrogorski,[7] οι οποίοι υπογράμμισαν την ολιγαρχική τάση των κοινοβουλευτικών πολιτευμάτων που εκδηλώνεται μέσω των κομμάτων και της αντιπροσώπευσης. Ο δεύτερος, αναλύοντας τη λειτουργία των κομμάτων στη Βρετανία και στις ΗΠΑ, διαπιστώνει την χειραγώγηση που αυτά ασκούν στους ανθρώπους, την προσφυγή τους στη διαφθορά, τη διαρκή επέκταση της επιρροής και της δύναμής τους, τον συνακόλουθο σφετερισμό της εξουσίας, τη συρρίκνωση των πρωτοβουλιών και των εξουσιών των ανθρώπων, την απίσχνανση του πολιτικού διαλόγου και του επιχειρήματος. Εν ολίγοις, o Ostrogorski, αναδεικνύει τη βασική αλήθεια ότι τα κόμματα αποβλέπουν στην ολιγαρχική οργάνωση της κοινωνίας, ότι είναι ξένα προς το δημοκρατικό πολίτευμα και εχθρικά προς την πολιτική συμμετοχή και την ισότητα.
Η αντιπροσώπευση οδηγεί έτσι στην αδράνεια και απομάκρυνση των ανθρώπων από τα πολιτικά πράγματα, με συνέπεια να μην υπάρχει έλεγχος της εξουσίας και αντίσταση στις «ολοκληρωτικές» τάσεις της ολιγαρχικής και αυταρχικής διακυβερνήσεως. Αυτό συμβαίνει επειδή βασικός αντικειμενικός σκοπός των κομμάτων είναι να εμποδίσουν τους ανθρώπους να ασχολούνται και να αποφασίζουν για τα προβλήματά τους και τα προβλήματα της κοινωνίας. Η γραφειοκρατικοποίηση και η κομματοκρατία επιφέρουν την παθητικοποίηση και τη δυσκολία επικοινωνίας των ανθρώπων, που με τη σειρά τους οδηγούν στην ιδιώτευση. H πίστη στα κόμματα και η εξάρτηση από τους «αντιπροσώπους» υπονομεύει και ακυρώνει την ικανότητα των ανθρώπων να βοηθήσουν τον εαυτό τους, να λύσουν τα προβλήματά τους. Δημιουργείται λοιπόν μιά ετερόνομη κατάσταση, που δεν επιτρέπει τη συμμετοχή στη θέσπιση των νόμων και στη λήψη των αποφάσεων από την ίδια την κοινότητα, από τους ίδιους τους ανθρώπους, κατάσταση αντίθετη προς την αυτονομία και την αυτοκυβέρνηση.
Αυτή η θεσμισμένη και εσωτερικευμένη ετερονομία διαπιστώνεται και στα πανεπιστημιακά συγγράμματα: «Η ρύθμιση που περιέχουν οι κανόνες δικαίου, είναι ετερόνομη. Δηλαδή η συμπεριφορά του ανθρώπου δεν προσδιορίζεται και δεν υπαγορεύεται από τους ίδιους αλλά επιβάλλεται από άλλη βούληση, δηλαδή από το δίκαιο το οποίο τίθεται από την κρατική εξουσία».[8] Εκφράζεται δε με πλήρη σαφήνεια στον καταστατικό χάρτη του πολιτεύματος, στο Σύνταγμα, το οποίο, σύμφωνα με έγκριτο καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου «αποτελεί τη συμπυκνωμένη νομική έκφραση και αποτύπωση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων».[9] Ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων ευνοεί τα κόμματα, τους ισχυρούς και τους πλούσιους, δηλαδή τους ολίγους και όχι τους πολλούς. Την αλήθεια αυτή είχαν διατυπώσει οι Σοφιστές στην κλασική Αθήνα του 5ου π.Χ. αιώνα: «το ισχύον δίκαιο σε μια κοινωνία εκφράζει το δίκαιο του ισχυροτέρου».[10] Αλήθεια που έκτοτε συγκαλύφθηκε με διάφορους τρόπους από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μέχρι τους μοντέρνους θεωρητικούς του «κοινωνικού συμβολαίου». Ο D. Hume (1711-1776) άσκησε κριτική στις θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου, και γράφει χαρακτηριστικά: «σχεδόν όλα τα πολιτεύματα που υπάρχουν σήμερα ή που μαρτυρούνται από κάποιο ιστορικό κείμενο, έχουν εξαρχής θεμελιωθεί είτε σε σφετερισμό [της εξουσίας] ή κατάκτηση, είτε και στα δύο, χωρίς κάποια πρόφαση μιας πρόθυμης συναίνεσης ή θεληματικής υποταγής του λαού».[11]
Αυτό συνεπώς που προέχει είναι η χειραφέτηση από την ολιγαρχική ιδεολογία, η αποδέσμευση από τη λογική των κομμάτων και των «αντιπροσώπων» και η συνακόλουθη προώθηση της συμμετοχής των ανθρώπων στις αποφάσεις και στη θέσπιση των νόμων, ο ουσιαστικός διαχωρισμός των εξουσιών και ο ενδελεχής έλεγχός τους. Επιβάλλεται κυρίως η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας με στελέχωσή της από τμήματα πολιτών. Με άλλα λόγια αυτό που πρέπει να τεθεί ως κύριο αίτημα είναι η συμμετοχή όλων στην εξουσία, υπό όλες τις μορφές της.

Του Γιώργου Ν. Οικονόμου – http://oikonomouyorgos.blogspot.com/
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Εκτός της H. Arendt και του Κ. Καστοριάδη υπάρχουν και άλλοι μελετητές που πραγματεύονται την κρίση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, όπως ο Lasch, Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, μτφ. Β. Τομανάς, Θεσσαλονίκη, 1999. Του ιδίου, Η εξέγερση των ελίτ και η προδοσία της δημοκρατίας, μτφ. Β. Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2004. K. Κράουτς, Μεταδημοκρατία, μτφ. Α. Κιουπκιολής, Εκκρεμές, Αθήνα, 2006. Κυρ. Σιμόπουλος, Η διαφθορά της εξουσίας, Αθήνα 1992.
2. Πολιτικά, 4, 1294β9-11: δημοκρατικὸν μὲν εἶναι τὸ κληρωτὰς εἶναι τὰς ἀρχὰς τὸ δ’ αἱρετὰς ὀλιγαρχικὸν.
3.Αριστοτέλης Πολιτικά, 3, 1275a25.
4. Ἐλευθερίας ἕν μὲν τὸ ἐν μέρει ἄρχεσθαι καὶ ἄρχειν (Αριστοτέλης Πολιτικά 6, 1317b2-3).
5. Για περισσότερα περί άμεσης δημοκρατίας βλ. Οικονόμου Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Αθήνα, 2007, και φυσικά τα σχετικά κείμενα του Κ. Καστοριάδη.
6. Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009.
7. Ostrogorski, La démocratie et les parties politiques (1903), Fayard, Paris, 1993.
8. Δ. Χριστοφιλόπουλος, Εισαγωγή στο δίκαιο, Αθήνα 1998, σ. 13.
9. Α. Μάνεσης, «Πολιτική κρίση και κρίση της πολιτικής», Το Βήμα, 29 Ιανουαρίου 1995, σ. 11.
10. Η φράση είναι του Θρασυμάχου, όπως αναφέρεται στην πλατωνική Πολιτεία (1, 338γ): φημὶ γὰρ ἐγὼ εἶναι τὸ δίκαιον οὐκ ἄλλο τί ἢ τὸ τοῦ κρείτονος συμφέρον. Bλ. και Spinoza, Πολιτική πραγματεία, κεφ. 2, 4.
11. «To πρωταρχικό συμβόλαιο», στο Δοκίμια, οικονομικά-ιστορικά-πολιτικοκοινωνικά, πρόλ.-μτφ.-σχόλ. Ε. Παπανούτσος, Παπαζήσης, Αθήνα, 1979, σ. 77. Επίσης σ. 79-80. Επίσης ο Spinoza ήταν κατά του κοινωνικού συμβολαίου.